Με τον ερχομό του 2024 γίναμε όλοι μάρτυρες της επανεμφάνισης του φαινομένου της εγχώριας τρομοκρατίας, αλλιώς του λεγόμενου «αντάρτικου των πόλεων». Τελευταία εμφάνιση του ήταν 6 χρόνια πριν, το 2018, με την τοποθέτηση εκρηκτικού μηχανισμού στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΙ. Σήμερα, τρεις απανωτές απόπειρες τρομοκρατικών επιθέσεων - δίχως θύματα ευτυχώς -, πρώτη στις εγκαταστάσεις των ΜΑΤ στο Γουδί, εν συνεχεία στο Υπουργείο Εργασίας και τέλος ο παγιδευμένος φάκελος στα χέρια της Προέδρου Εφετών Θεσσαλονίκης, ξύπνησαν και πάλι τα αντανακλαστικά των Αρχών. Λέγεται ότι ενδεχομένως πρόκειται για μία «νέα γενιά» τρομοκρατών καθοδηγούμενη από παλαιότερους, η οποία επιχειρεί να ανάψει μία σπίθα, η οποία άρχισε να σβήνει το 2002 με την σύλληψη και την εξάρθρωση τρομοκρατικών οργανώσεων, όπως της 17Ν και του ΕΛΑ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι από τους 18 κατηγορούμενους της 17Ν τότε φυλακίστηκαν οι 14 και σήμερα ελάχιστοι εξ αυτών είναι ακόμα στη φυλακή, κυρίως τα ηγετικά στελέχη, οι οποίοι και εκτίουν ποινές πολλαπλών ισοβίων. Πριν λίγες μέρες πραγματοποιήθηκαν συλλήψεις στο πλαίσιο της δράσης κατά της τρομοκρατίας, από τις οποίες φαίνονται διασυνδέσεις μεταξύ αντιεξουσιαστών, αναρχικών και ποινικών. Έτσι, αποδεικνύεται πόσο εύκολη είναι η στρατολόγηση νέων ατόμων για την εξυπηρέτηση τέτοιων εγκλημάτων. Υπάρχει τρόπος όμως να το αντιμετωπίσεις; Πρώτο μέλημα της πολιτείας και των αρχών πρέπει να είναι το νομικό πλαίσιο και δη ο Ποινικός Κώδικας, αν και δυστυχώς κανείς δεν αναφέρεται σε αυτό.

Στην Ελλάδα, το θεσμικό πλαίσιο καταπολέμησης της τρομοκρατίας ξεκινάει από το Ν. 774/1978 και ακολουθούν οι νόμοι 1916/1990, 2928/2001, 3251/2004, 4619/2019 και 4637/2019. Ενώ, στο πλαίσιο αντιμετώπισης του φαινομένου, η χώρα μας υιοθέτησε την ευρωπαϊκή νομοθεσία, κύρωσε διεθνείς συμβάσεις και υπέγραψε διμερείς συμφωνίες. Σήμερα, βασικό ποινικό εργαλείο της εγχώριας νομοθεσίας αποτελεί το άρθρο 187Α του Π.Κ. Πόσο ισχυρό είναι όμως;

Το 187Α του Π.Κ. είναι μία μετεξέλιξη των ειδικών ποινικών νόμων, αφού μέχρι ένα σημείο ως τέτοιο έγκλημα αντιμετωπιζόταν η τρομοκρατία, από το 2004 και μετά άρχισε αυτό να αλλάζει. Παρατηρώντας κανείς το συγκεκριμένο άρθρο αντιλαμβάνεται ότι πρωταρχικός σκοπός του νομοθέτη είναι η διαφύλαξη του έννομου αγαθού, της δημόσιας τάξης και εν γένει της ασφάλειας της χώρας. Μίας έννοιας τόσο γενικής, αλλά παράλληλα τόσο βαρυσήμαντης για την ελληνική κοινωνία. Πολλοί μίλησαν για ένα άρθρο «ομπρέλα» θέτοντας ζητήματα κακής νομοθέτησης, ωστόσο η αλήθεια είναι ότι όταν πρόκειται για εγκλήματα τέτοιας διακινδύνευσης η πρόβλεψη κάθε πιθανού είδους συν-ενέργειας γύρω από την τρομοκρατία είναι αν όχι επιβεβλημένη, τουλάχιστον θεμιτή.

Είναι χαρακτηριστικό, ότι στις δίκες των τρομοκρατικών οργανώσεων 17Ν και Ε.Λ.Α. εφαρμόστηκε ο Ν.2928/2001, ενώ το άρθρο 187Α πρωτοεμφανίστηκε με τον Ν.3251/2004. Αν λοιπόν θέλει κανείς να απαντήσει στην τρομοκρατία δεν έχει παρά μόνο να στραφεί στις διατάξεις, οι οποίες ισχύουν σήμερα και κάθε άλλο παρά επιεικείς είναι. Αν προσέξει κανείς τις διατάξεις αυτές κάθε αυτές θα παρατηρήσει ότι μιλούν στην πλειονότητα τους για τέλεση κακουργημάτων και επομένως ποινών καθείρξεων, πρόσκαιρης ή ισόβιας ανάλογα την περίπτωση. Ιδιαίτερα μνεία γίνεται σε επιβαρυντικές περιπτώσεις, όπως η διεύθυνση μίας τρομοκρατικής οργάνωσης. Η τρομοκρατία ωστόσο πρέπει να αντιμετωπίζεται συνολικά.

Η απάντηση λοιπόν είναι μεν καταρχάς νομική. Ταυτόχρονα, όμως οφείλει και πρέπει να είναι επιχειρησιακή, αστυνομική και φυσικά πολιτική. Αυτό το χρωστάμε σε όλα τα θύματα που άφησε πίσω της η τρομοκρατία μιας και κανείς δεν «φωνάζει» γι’ αυτά.

outlook-lycy55bw.jpg

Ο Ευάγγελος Τασούλας είναι δικηγόρος, Διευθυντής Συντονισμού Εκτελεστικού Γραφείου ΟΝΝΕΔ