Εικόνες που παραπέμπουν σε κακής ποιότητας τηλεοπτικές εκπομπές είναι όσα εκτυλίσσονται στην Επιτροπή της Βουλής για τον ΟΠΕΚΕΠΕ

Σε πεδίο πολιτικής τοξικότητας εξελίσσεται, ειδικά το τελευταίο διάστημα, η Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής που συστάθηκε για να διερευνήσει την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Βουλευτές και… πρόεδροι κομμάτων, σαν άλλοι δικαστές, εξετάζουν μάρτυρες με στόμφο ψάχνοντας, δυστυχώς όχι την αλήθεια, αλλά μερικά κλικ στο διαδίκτυο που θα ανεβάσουν τα δημοσκοπικά ποσοστά.

Αντί λοιπόν για μια πλαισιωμένη από έγγραφα και επιχειρήματα διαδικασία, παρακολουθούμε ένα μείγμα λάσπης, κραυγών και σκηνών που περισσότερο παραπέμπουν σε τηλεοπτικό πάνελ χαμηλής ποιότητας παρά σε κορυφαίο κοινοβουλευτικό εργαλείο ελέγχου.

Στο επίκεντρο αυτής της εικόνας βρίσκεται, αναπόφευκτα, η Ζωή Κωνσταντοπούλου. Η παρουσία της στην Εξεταστική δεν στοχεύει στη διερεύνηση αλλά στη διαρκή ένταση. Οι παρεμβάσεις της χαρακτηρίζονται από υψηλούς τόνους, γενικευμένες καταγγελίες, προσωπικές επιθέσεις και έναν λόγο που συστηματικά απομακρύνεται από το αντικείμενο της συζήτησης. Είναι, μάλιστα, χαρακτηριστικό ότι λίγες είναι οι ερωτήσεις της που αφορούν την υπόθεση και περισσότερες οι δήθεν σχέσεις ανάμεσα σε πολιτικά πρόσωπα και τις συζύγους τους.

Την ίδια στιγμή, όταν δεν τη συμφέρουν οι απαντήσεις, αμέσως διακόπτει τον μάρτυρα προκειμένου να μην ακουστεί, ενώ έφτασε πρόσφατα στο σημείο να βιντεοσκοπεί βουλευτές και μάρτυρες κατά τη διάρκεια του διαλείμματος. Πρακτικές που προφανώς παραπέμπουν σε άλλες εποχές

Καθόλου τυχαίο

Η τοξικότητα αυτή δεν είναι τυχαία ούτε παρορμητική. Αντιθέτως, φαίνεται να αποδίδει πολιτικά. Κάθε επεισόδιο έντασης συνοδεύεται από αυξημένη προβολή και, όπως δείχνουν οι μετρήσεις, από ενίσχυση της απήχησης της Πλεύσης Ελευθερίας. Το ερώτημα αν πρόκειται για συνειδητή στρατηγική ή για αυθεντική πολιτική συμπεριφορά έχει δευτερεύουσα σημασία. Εκείνο που μετρά είναι ότι η Βουλή μετατρέπεται σε χώρο όπου η κραυγή ανταμείβεται και η ψυχραιμία περιθωριοποιείται προς τέρψιν ψηφοφόρων που έλκονται από τον άκρατο λαϊκισμό.

Την εικόνα συμπληρώνουν οι –κατά περίσταση– πολιτικοί θεατρινισμοί της Μιλένας Αποστολάκη. Με ύφος που κάποιες φορές δεν συνάδει με τον χαρακτήρα της, η βουλευτής του ΠΑΣΟΚ προσπαθεί να αντιγράψει την κ. Κωνσταντοπούλου, αλλά, όπως λέει και ο λαός μας, το αυθεντικό είναι πάντα καλύτερο.

Από κοντά, δε, και ο ανεξάρτητος βουλευτής, Αλέξανδρος Αυλωνίτης, ο οποίος καλοβλέπει την ένταξή του στην Πλεύση Ελευθερίας και πρακτικά δίνει τώρα τα διαπιστευτήριά του. Επί της ουσίας, το αποτέλεσμα είναι μια Εξεταστική που μοιάζει λιγότερο με μηχανισμό αναζήτησης της αλήθειας και περισσότερο με πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης για εσωτερική κατανάλωση.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται διχασμένο ως προς τη στάση του. Από τη μία, υιοθετούνται πρακτικές που τροφοδοτούν την ένταση. Από την άλλη, υπάρχουν φωνές που επιμένουν σε θεσμικό λόγο. Χαρακτηριστική περίπτωση η Ευαγγελία Λιακούλη, η οποία με παρεμβάσεις χαμηλών τόνων και έμφαση στην ουσία κατορθώνει να διασώσει ένα ελάχιστο επίπεδο σοβαρότητας.

Ενδεικτικά είναι όσα είπε πρόσφατα μετά από μια σφοδρή αντιπαράθεση με την κ. Κωνσταντοπούλου, όπου κατήγγειλε ότι υπάλληλοι βγαίνουν έξω από την αίθουσα κλαίγοντας λόγω της έντασης, ενώ και η ίδια ουσιαστικά δεν μπορούσε από τις συνεχείς διακοπές να απευθύνει ερωτήσεις προς τους μάρτυρες.

Σε κάθε περίπτωση, το πρόβλημα είναι βαθύτερο και η Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας, οφείλει να αντιδράσει προτού να είναι αργά. Τα θεσμικά εργαλεία είναι διαθέσιμα και υπάρχουν στον Κανονισμό της Βουλής, αρκεί να ενεργοποιηθούν.

Κι όμως, καταψήφισαν!

Πάντως, την ίδια στιγμή που στον πρώτο όροφο της Βουλής η κ. Κωνσταντοπούλου κάνει το σόου της, στην Ολομέλεια η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Η αντιπολίτευση, σύσσωμη, καταψήφισε την υπαγωγή του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, δηλαδή καταψήφισε την ύπαρξη σκανδάλου. Διότι αν όντως υπήρξε σκάνδαλο, θα έπρεπε να υπερψηφίσει το νομοσχέδιο και όχι να επιμένει στη συντήρηση της ίδιας λογικής.

Ωστόσο, τα ίδια κόμματα έσπευσαν να καταγγείλουν την κυβέρνηση με διάφορα αβάσιμα επιχειρήματα, ώστε να μη βρεθούν απέναντι σε μερίδα των αγροτών που επιθυμούν να συνεχιστεί το ίδιο καθεστώς. Δηλαδή, αυτό που έφερε στη χώρα μας πρόστιμα εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ και τεχνικές λύσεις για τις οποίες η Ευρωπαϊκή Ενωση απείλησε τη χώρα με διακοπή των ευρωπαϊκών πόρων.