Η ελληνική χρηματιστηριακή αγορά οδεύει, εφόσον δεν υπάρξει σημαντική ανατροπή των δεδομένων, προς την έκτη συνεχόμενη ανοδική χρονιά, έχοντας φτάσει πλέον σε υψηλά 17 ετών.
Ειδικότερα από το τέλος του 2020 μέχρι σήμερα, ο βασικός δείκτης του Χρηματιστηρίου καταγράφει σωρευτικά κέρδη 229%.
Η βασική πρόκληση για τη φετινή χρονιά είναι να επαναληφθεί η επίδοση της περιόδου 1985-1990. Πρόκειται για ένα εξαετές ανοδικό σερί, το οποίο δεν έχει καταγραφεί ξανά στη σύγχρονη ιστορία του Χρηματιστηρίου Αθηνών.
Κατά τα πέντε και πλέον τελευταία θετικά έτη, η ελληνική αγορά βρέθηκε σταθερά μεταξύ των πέντε χρηματιστηρίων με τις υψηλότερες αποδόσεις διεθνώς. Σε επιμέρους περιόδους, μάλιστα, κατέλαβε την πρώτη θέση στην παγκόσμια κατάταξη.
Καθοριστικό ρόλο στην πορεία αυτή διαδραμάτισαν οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, οι οποίοι ξεπέρασαν αισθητά τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Θετικά λειτούργησαν επίσης η βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, η πολιτική σταθερότητα και οι ισχυρές επιδόσεις των εισηγμένων επιχειρήσεων.
Σημαντική ήταν και η επαναφορά των τραπεζών σε συνθήκες κανονικότητας. Παράλληλα, οι επενδυτές προεξόφλησαν την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, προσδοκία που στη συνέχεια επιβεβαιώθηκε.
Σήμερα, η αγορά στηρίζεται στην υψηλή κερδοφορία των εισηγμένων εταιρειών, στις αυξημένες διανομές μερισμάτων, στην ένταξη του Χρηματιστηρίου Αθηνών στο Euronext και στην επικείμενη επιστροφή του στις ανεπτυγμένες αγορές.
Από τα τέλη του 2020, όταν άρχισε η ανοδική διαδρομή, ο Γενικός Δείκτης έχει ενισχυθεί συνολικά κατά 229%, με βάση το κλείσιμο της Πέμπτης 27 Αυγούστου 2026.
Την ίδια περίοδο, η συνολική κεφαλαιοποίηση αυξήθηκε κατά περίπου 140 δισ. ευρώ. Από τα 53 δισ. ευρώ στο τέλος του 2020, έχει πλέον διαμορφωθεί κοντά στα 192 δισ. ευρώ.
Ο τραπεζικός δείκτης καταγράφει ακόμη υψηλότερη απόδοση,καθώς τα κέρδη του φτάνουν το 498%. Ο δείκτης υψηλής κεφαλαιοποίησης ενισχύεται κατά 252%, ενώ ο δείκτης μεσαίας κεφαλαιοποίησης σημειώνει άνοδο 180%.
Ιδιαίτερα αυξημένη είναι και η συναλλακτική δραστηριότητα. Η μέση ημερήσια αξία συναλλαγών βρίσκεται κοντά στα 344 εκατ. ευρώ, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2008.
Το αντίστοιχο ποσό είχε διαμορφωθεί στα 210 εκατ. ευρώ το 2025 και στα 140,2 εκατ. ευρώ το 2024. Το 2023 ήταν 111 εκατ. ευρώ, το 2022 στα 74 εκατ. ευρώ, το 2021 στα 70,8 εκατ. ευρώ και το 2020 στα 64,5 εκατ. ευρώ.
Euronext Athens: Οι αποδόσεις της πενταετίας
Από το τέλος του 2020, την ισχυρότερη άνοδο μεταξύ των μετοχών καταγράφει η Moda Bango, με απόδοση 1.926%. Ακολουθούν η Cenergy με 1.223% και η Εκτέρ με 713,85%.
Στον αντίποδα, τις μεγαλύτερες απώλειες εμφανίζουν η Ανδρομέδα, με πτώση 62%, η Prodea, με υποχώρηση 60%, και η Ικτίνος, η οποία χάνει 56%.
Μεταξύ των τίτλων υψηλής κεφαλαιοποίησης, τη μεγαλύτερη άνοδο σημειώνει η Aktor με 797%. Ακολουθούν η Eurobank με 692%, η Εθνική Τράπεζα με 642%, η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ με 498%, η Motor Oil με 417% και η Alpha Bank με 374%.
Ισχυρά κέρδη καταγράφουν ακόμη η Viohalco με 355%, η Τιτάν με 287%, η ΔΕΗ με 217%, τα ΕΛΠΕ με 180% και η Aegean Airlines με 162%.
Έπονται η ElvalHalcor με 121%, ο ΟΛΠ με 105%, η Coca-Cola HBC με 101%, η Jumbo με 82% και η ΕΥΔΑΠ με 78%.
Η Optima Bank ενισχύεται κατά 64%, ο ΟΤΕ κατά 49%, η Allwyn κατά 38% και η CrediaBank κατά 3,70%. Η μοναδική μετοχή της υψηλής κεφαλαιοποίησης που εμφανίζει πτώση είναι η Lamda Development, με απώλειες 9,15%.
Η πορεία του Χρηματιστηρίου Αθηνών ανά έτος
Το 2021
Το Χρηματιστήριο Αθηνών ολοκλήρωσε το 2021 με κέρδη 10,43%, ανακτώντας σχεδόν το σύνολο των απωλειών του 2020, όταν είχε υποχωρήσει κατά 11,75%.
Η συνολική αξία των εισηγμένων μετοχών αυξήθηκε κατά 12,227 δισ. ευρώ και έφτασε τα 66,092 δισ. ευρώ. Είχε προηγηθεί μείωση κατά 7,8 δισ. ευρώ το 2020.
Μέσω αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου και εκδόσεων εταιρικών ομολόγων, οι εισηγμένες επιχειρήσεις άντλησαν συνολικά 7,9 δισ. ευρώ από την αγορά.
Παρά τις επιπτώσεις της πανδημίας και το αδύναμο ξεκίνημα του έτους, οι εταιρείες επέστρεψαν στην κερδοφορία και ενίσχυσαν τη δραστηριότητά τους.
Ο τραπεζικός δείκτης έκλεισε τη χρονιά με άνοδο 10,78%, έπειτα από απώλειες 41,37% το 2020. Οι τράπεζες άρχισαν να εμφανίζουν σαφή σημάδια εξομάλυνσης, με βασικό στοιχείο τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Το 2022
Το 2022, η ελληνική αγορά κινήθηκε αντίθετα από τη διεθνή πτωτική τάση. Παρά τον πόλεμο στην Ουκρανία, τον υψηλό πληθωρισμό, τις αυξήσεις των επιτοκίων και την ενεργειακή κρίση, κατάφερε να διαφοροποιηθεί από τις μεγάλες αγορές του εξωτερικού.
Ήταν η πρώτη φορά από το 1990 που το Χρηματιστήριο Αθηνών παρουσίασε τόσο έντονη θετική απόκλιση από τις ανεπτυγμένες αγορές.
Ο Γενικός Δείκτης έκλεισε με ετήσια άνοδο 4,08%, όταν ο S&P 500 υποχώρησε κατά 19%, ο Nasdaq κατά 33%, ο Dow Jones κατά 9% και ο DAX 30 κατά 12%.
Στήριξη πρόσφεραν οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, τα αποτελέσματα-ρεκόρ των εισηγμένων εταιρειών και η επιστροφή των τραπεζών στην κερδοφορία, με μονοψήφια ποσοστά μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.
Ο τραπεζικός δείκτης ενισχύθηκε κατά 11,42%, ενώ οι εισηγμένες εταιρείες άντλησαν συνολικά 1,094 δισ. ευρώ.
Το 2023
Το 2023, το Χρηματιστήριο έκλεισε με άνοδο 39,08%, συμπληρώνοντας τρεις συνεχόμενες χρονιές θετικών αποδόσεων.
Η ελληνική αγορά κατέκτησε την τρίτη θέση παγκοσμίως, πίσω από τον ρωσικό δείκτη MOEX και τον Nasdaq.
Η συνολική κεφαλαιοποίηση αυξήθηκε κατά 22,026 δισ. ευρώ και διαμορφώθηκε στα 87,888 δισ. ευρώ. Παράλληλα, οι εισηγμένες άντλησαν μέσω του Χρηματιστηρίου συνολικά 2,044 δισ. ευρώ.
Η άνοδος των τιμών συνοδεύτηκε από ενίσχυση των συναλλαγών. Η μέση ημερήσια αξία έφτασε τα 111 εκατ. ευρώ, σχεδόν 50% υψηλότερα σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Ο τραπεζικός δείκτης σημείωσε άνοδο 65,73%, ενώ η συνολική κεφαλαιοποίηση των τεσσάρων συστημικών τραπεζών αυξήθηκε κατά 7,889 δισ. ευρώ.
Το 2024
Το Χρηματιστήριο Αθηνών έκλεισε το 2024 με κέρδη 13,65%. Η μέση ημερήσια αξία συναλλαγών αυξήθηκε κατά 26% και διαμορφώθηκε κοντά στα 140,2 εκατ. ευρώ.
Η κεφαλαιοποίηση της αγοράς ενισχύθηκε κατά 15,257 δισ. ευρώ και έφτασε τα 103,145 δισ. ευρώ.
Κεντρικό χαρακτηριστικό της χρονιάς ήταν η βελτιωμένη δυνατότητα προσέλκυσης επενδυτικών κεφαλαίων μέσω δημόσιων εγγραφών και διαθέσεων μετοχών από βασικούς μετόχους.
Η συνολική αξία των δημόσιων προσφορών και των πακέτων μετοχών ξεπέρασε τα 3,7 δισ. ευρώ. Την ίδια στιγμή, οι συμφωνίες εξαγορών και συγχωνεύσεων, στις οποίες συμμετείχαν άμεσα ή έμμεσα εισηγμένες επιχειρήσεις, υπερέβησαν τα 10 δισ. ευρώ σε επιχειρηματική αξία.
Μέσα στο 2024 καταγράφηκε σαφής αύξηση των εκδόσεων μετοχών. Ξεχώρισαν η πρώτη μεγάλη αρχική δημόσια προσφορά έπειτα από αρκετά χρόνια, η συνέχιση των αποεπενδύσεων στις τράπεζες και ορισμένες ακόμη σημαντικές διαθέσεις τίτλων.
Στο επίκεντρο βρέθηκε η δημόσια εγγραφή του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών, ύψους 785 εκατ. ευρώ. Αποτέλεσε την τέταρτη μεγαλύτερη έκδοση στην ιστορία του Χρηματιστηρίου και υπερκαλύφθηκε κατά 12 φορές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προσέλκυσαν επίσης τα δύο placements στην Τράπεζα Πειραιώς και την Εθνική Τράπεζα. Οι προσφορές ξεπέρασαν τα 20 δισ. ευρώ, ενώ τελικά διατέθηκαν τίτλοι συνολικής αξίας 2 δισ. ευρώ.
Συνολικά, οι σχετικές προσφορές συγκέντρωσαν ζήτηση μεγαλύτερη των 30 δισ. ευρώ, με την αγορά να αντλεί περίπου 3,3 δισ. ευρώ.
Το 2025
Το 2025 αποτέλεσε χρονιά-ορόσημο για το Χρηματιστήριο Αθηνών, με ισχυρές οικονομικές επιδόσεις και σημαντική ενίσχυση της επενδυτικής δραστηριότητας.
Η αγορά επέστρεψε στα προ κρίσης επίπεδα του 2010 και έκλεισε κοντά σε υψηλά 16 ετών. Η άνοδος συνδέθηκε με την ανάπτυξη της οικονομίας, τη δημοσιονομική σταθερότητα και τη βελτίωση της εμπιστοσύνης των επενδυτών.
Κυριότερη χρηματιστηριακή εξέλιξη της χρονιάς ήταν η απόκτηση του πλειοψηφικού ελέγχου της ΕΧΑΕ από το Euronext.
Ο Γενικός Δείκτης ενισχύθηκε κατά 44,30%, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη ετήσια άνοδο από το 1998, όταν είχε σημειώσει κέρδη 102,2%.
Η ελληνική αγορά κατέλαβε την έκτη θέση στην παγκόσμια κατάταξη αποδόσεων, πίσω από τα χρηματιστήρια της Σεούλ, του Τελ Αβίβ, του Βιετνάμ, της Μαδρίτης και της Βιέννης.
Η συνολική κεφαλαιοποίηση επέστρεψε σε επίπεδα που είχε να προσεγγίσει από τον Σεπτέμβριο του 2008. Μέσα στη χρονιά αυξήθηκε κατά 43,108 δισ. ευρώ και διαμορφώθηκε στα 146,253 δισ. ευρώ.
Η μέση ημερήσια αξία συναλλαγών ξεπέρασε τα 200 εκατ. ευρώ για πρώτη φορά από το 2009, φτάνοντας τα 210 εκατ. ευρώ.
Η ετήσια απόδοση του Γενικού Δείκτη
- 2025: +44,30%
- 2024: +13,65%
- 2023: +39,08%
- 2022: +4,08%
- 2021: +10,43%
- 2020: -11,75%
- 2019: +49,47%
- 2018: -24,74%
- 2017: +24,66%
- 2016: +1,95%
- 2015: -23,58%
- 2014: -28,94%
- 2013: +28,06%
- 2012: +33,43%
- 2011: -51,88%
- 2010: -35,62%
- 2009: +22,93%
- 2007: +17,86%
- 2006: +19,93%
- 2004: +31,5%
- 2003: +23,10%
- 2002: +29,5%
- 2001: -32,5%
- 2000: -23,5%
- 1999: -38,8%
- 1998: +102,2%
- 1997: +85,1%
- 1996: +58,5%
- 1995: +2,1%