Διαβάζοντας την είδηση για τη δασκάλα στο Λουτράκι που κατήγγειλε παιδί, ένιωσα έναν συνδυασμό απορίας και θλίψης. Δεν πρόκειται απλώς για μια υπόθεση ατομικής κρίσης ή κακής συμπεριφοράς. Πρόκειται για μια στιγμή που ξεγυμνώνει την κοινωνία μας απέναντι στην ίδια την παιδική ηλικία.
Αυτό το παιδί, όπως και κάθε παιδί, δεν είναι ένα αντικείμενο αξιολόγησης. Δεν είναι ούτε κατηγορούμενος ούτε θύτης από τη στιγμή που μια ενήλικη φέρνει την κρίση της πάνω του χωρίς αμφιβολία. Κάθε φορά που επιτρέπουμε σε ένα παιδί να αντιμετωπίζεται σαν «απειλή» ή «παθολογία», χάνουμε τη δυνατότητα να αναγνωρίσουμε την ευθραυστότητα και την αθωότητά του.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο η δασκάλα ή η πράξη της. Είναι η κουλτούρα που ανέχεται να βλέπει τα παιδιά με υποψία, που προτιμά να τα τιμωρεί ή να τα στιγματίζει αντί να τα καθοδηγεί. Κάθε καταγγελία, κάθε δημόσια απόφαση που στοχοποιεί ένα παιδί, είναι μια ρωγμή που ανοίγει στη συλλογική μας συνείδηση και δείχνει πόσο εύκολα διαβρώνουμε την εμπιστοσύνη, πόσο εύκολα ξεχνάμε ότι πίσω από κάθε «προβληματικό» παιδί υπάρχει μια ψυχή που χρειάζεται κατανόηση, όχι καταδίκη.
Και δεν γράφω για να υπερασπιστώ ή να καταδικάσω αμετάκλητα κανέναν. Γράφω για να θυμίσω σε εμάς τους ενήλικες ότι η κοινωνία μετριέται από τον τρόπο που προστατεύει την αθωότητα, όχι από το πόσο γρήγορα στέλνει ένα παιδί στο «σκαμνί». Και αν αποτύχουμε σε αυτό, χάνουμε κάτι πολύ πιο σημαντικό: την ανθρωπιά μας.