Πρώτα πληρώνεται το ενοίκιο, μετά το ρεύμα, το σουπερμάρκετ και η βενζίνη για τη δουλειά. Ό,τι απομένει πρέπει να φθάσει μέχρι τον επόμενο μισθό.

Με τον πληθωρισμό στο 5% τον Σεπτέμβριο, ο οικογενειακός προϋπολογισμός δυσκολεύει περισσότερο, ιδιαίτερα για όσους έχουν ήδη περιορίσει τις αγορές τους στα απαραίτητα.

Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν πού συγκεντρώνεται η πίεση. Η στέγαση ανατιμήθηκε κατά 14,7% σε έναν χρόνο και οι μεταφορές κατά 11,3%. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται ενοίκια, ενέργεια και άλλες δαπάνες κατοικίας. Στη δεύτερη, μεταξύ άλλων, καύσιμα, συντήρηση αυτοκινήτου και εισιτήρια. Εδώ, ακόμα και με όλα τα μέτρα που έχει λάβει η κυβέρνηση, δεν υπάρχει θετικό αποτέλεσμα.

Σε ένα ενδεικτικό σύνολο μηνιαίων αγορών, με την αύξηση στο 5%, τα 1.000 ευρώ, εφόσον αυτό ακολουθούσε ακριβώς τον γενικό δείκτη, θα υπολογίζονταν πλέον σε 1.050 ευρώ. Η διαφορά είναι 50 ευρώ τον μήνα ή 600 ευρώ σε έναν χρόνο. Πρόκειται για παράδειγμα υπολογισμού, καθώς κάθε οικογένεια έχει διαφορετικές ανάγκες και διαφορετικό σύνολο δαπανών.

Στα τρόφιμα και στα μη αλκοολούχα ποτά η ετήσια αύξηση ήταν 0,6%, ενώ σε μηνιαία βάση σημειώθηκε μείωση 0,4%. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα έγιναν φθηνότερα. Ψωμί, κρέατα, τυριά, αυγά και λαχανικά εμφάνισαν ετήσιες αυξήσεις, ενώ ελαιόλαδο, ρύζι και άλλα προϊόντα μειώσεις. Ο καταναλωτής βλέπει τη διαφορά ανάλογα με όσα βάζει στο καλάθι.

Τα ανελαστικά έξοδα και το στοίχημα της θέρμανσης

Το δυσκολότερο για ένα χαμηλό εισόδημα είναι ότι τα βασικά έξοδα αφήνουν ελάχιστες επιλογές. Η μετακίνηση στην εργασία δεν αναβάλλεται, το ενοίκιο πρέπει να μπαίνει κάθε μήνα και τα παιδιά χρειάζονται φαγητό, ρούχα και σχολικά. Μια έκτακτη επισκευή αρκεί για να ανατραπεί ο προϋπολογισμός.

Η κυβέρνηση καλείται να δώσει απαντήσεις που να φθάνουν στην τσέπη. Έλεγχοι στην αγορά, ουσιαστικός ανταγωνισμός και στήριξη όσων πιέζονται περισσότερο, όλες αυτές οι κινήσεις πρέπει να αποδώσουν μετρήσιμο αποτέλεσμα. Καθώς πλησιάζει ο χειμώνας, η αντοχή των νοικοκυριών θα κριθεί στο κόστος της θέρμανσης και στους επόμενους λογαριασμούς. Για μια οικογένεια χωρίς αποταμιεύσεις, ακόμη και πενήντα ευρώ επιπλέον σημαίνουν ότι κάποια άλλη ανάγκη θα πρέπει να περιμένει.

Χρέη στην Εφορία και πλειστηριασμοί

Ένα απλήρωτο χρέος στην Εφορία μπορεί να ξεκινήσει από μια δόση που δεν βγήκε και να εξελιχθεί σε απειλή για την περιουσία μίας οικογένειας. Ο νόμος επιτρέπει κατασχέσεις ακινήτων για ληξιπρόθεσμες οφειλές πάνω από 500 ευρώ, επομένως και για 1.000 ευρώ. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε τέτοιο χρέος οδηγεί αυτομάτως σε πλειστηριασμό. Προηγούνται διαδικασίες και η κατάσχεση αποτελεί διαφορετικό στάδιο από την πώληση του ακινήτου.

Το φθινοπωρινό πρόγραμμα πλειστηριασμών περιλάμβανε 43 ακίνητα σε Αττική, Μύκονο, Δράμα, Θεσσαλονίκη, Χανιά και Χαλκιδική. Οι τιμές εκκίνησης άρχιζαν από 1.000 ευρώ και έφθαναν έως 1,247 εκατ. ευρώ. Περιλαμβάνονταν κατοικίες, αποθήκες, οικόπεδα και αγροτεμάχια.

Χρειάζεται εδώ μια διευκρίνιση. Τα 1.000 ευρώ του συγκεκριμένου καταλόγου ήταν τιμή πρώτης προσφοράς, όχι το χρέος του ιδιοκτήτη. Στη Δράμα, για παράδειγμα, είχαν περιληφθεί έξι ακίνητα με αυτή την τιμή εκκίνησης. Ανάμεσά τους, οικόπεδο 219 τετραγωνικών με παλιά διώροφη κατοικία 40 τετραγωνικών και οικόπεδο με αποθήκη 72 τετραγωνικών.

Οι προγραμματισμένες διαδικασίες συνεχίζονται τον Νοέμβριο, με ακίνητα στο Καβαλάρι Λαγκαδά, στην Αττική, στα Χανιά και στη Χαλκιδική. Για τις 11 Νοεμβρίου είχαν ανακοινωθεί έντεκα πλειστηριασμοί, με τιμές πρώτης προσφοράς από 4.800 έως 595.200 ευρώ. Για τον οικογενειάρχη που δυσκολεύεται να πληρώσει, όμως, το πρόβλημα αρχίζει πολύ πριν το ηλεκτρονικό σφυρί.

Δόσεις με βάση όσα πραγματικά περισσεύουν

Ας πάρουμε ένα ενδεικτικό παράδειγμα. Μια οικογένεια με μηνιαίο εισόδημα 1.200 ευρώ και βασικά έξοδα 1.100 ευρώ έχει περιθώριο μόλις 100 ευρώ. Μια οφειλή 1.000 ευρώ αντιστοιχεί σε δέκα τέτοια μηνιαία περισσεύματα, χωρίς να υπολογίζονται τόκοι ή έκτακτες ανάγκες. Αυτό το μικρό περιθώριο εξηγεί γιατί η δυνατότητα αποπληρωμής πρέπει να μετριέται με βάση όσα πραγματικά περισσεύουν.

Μια δόση που «εξαφανίζει» τα χρήματα για τρόφιμα ή ρεύμα δύσκολα μπορεί να πληρώνεται σταθερά. Το χρέος τότε παραμένει και η αγωνία μεγαλώνει. Η είσπραξη δε των οφειλών απαιτεί διάκριση ανάμεσα σε εκείνον που αποφεύγει συστηματικά να πληρώσει και σε εκείνον που αποδεδειγμένα δεν μπορεί.

Κάθε περίπτωση χρειάζεται εξέταση με πραγματικά εισοδηματικά κριτήρια προστασίας. Για τα οικονομικά αδύναμα νοικοκυριά, το ζητούμενο είναι να βρεθούν εφαρμόσιμες λύσεις πριν χαθεί η περιουσία. Εκεί θα κριθεί η κοινωνική πλευρά της φορολογικής πολιτικής, στις δόσεις που μπορούν να εξυπηρετηθούν και στις απώλειες που μπορούν εγκαίρως να αποτραπούν.