Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ δεν ήταν ούτε μία ακόμη Ελληνίδα διεθνούς εμβέλειας, ούτε μία ακόμη ακαδημαϊκός.
Ήταν από τους ανθρώπους που η Ελλάδα χρειαζόταν και μακάρι να είχαμε πολλούς σαν αυτή, γιατί ήταν ίσως η τελευταία που είχε συλλάβει την έννοια του Ελληνισμού στην οικουμενικότητά του αλλά και τον προωθούσε με μοναδικό τρόπο, κάνοντας τους ξένους συνομιλητές και συνεργάτες της να σέβονται τον ελληνικό κοσμοπολιτισμό και να τον τιμούν, όσο κανένας.
Χαρακτηριστικό αυτής της προσέγγισής της ήταν ένα περιστατικό στη Νέα Υόρκη. Η ιστορία διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια επίσημης επίσκεψης του Γάλλου Προέδρου Μιτεράν στη Νέα Υόρκη, τον οποίο συνόδευε η Αρβελέρ υπό την ιδιότητά της ως Πρύτανης της Ακαδημίας του Παρισιού. Στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, τους υποδέχθηκε ο τότε Πρόεδρός του, ο Ελληνοαμερικανός πολιτικός Τζον Μπραδήμας. Ο Μπραδήμας, αναγνωρίζοντας την Αρβελέρ, τη χαιρέτησε ρωτώντας την αυθόρμητα στα Ελληνικά: «Χορεύεις Καλαματιανό;».
Εκείνη του απάντησε επίσης στα Ελληνικά, με αποτέλεσμα οι δύο κορυφαίοι ακαδημαϊκοί των μεγαλύτερων μητροπόλεων του κόσμου (Παρίσι και Νέα Υόρκη) να συνομιλούν στη μητρική τους γλώσσα. Ο Μιτεράν, παρακολουθώντας τη σκηνή με εντυπωσιασμό, σχολίασε αργότερα στο δείπνο: «Ο Πρόεδρος του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης και η Πρύτανης των Πανεπιστημίων του Παρισιού δεν μίλησαν ούτε Γαλλικά, ούτε Αγγλικά αλλά Ελληνικά. Αυτό είναι, τελικά, η ελληνική αυτοκρατορία!» Ο Μιτεράν δεν αναφερόταν σε εδαφική κυριαρχία αλλά στην πνευματική και πολιτισμική ακτινοβολία του ελληνισμού, που κατάφερνε να «κατακτά» τα κορυφαία πνευματικά ιδρύματα της Δύσης μέσω των εκπροσώπων του.
Αυτό το συγκριτικό μας πλεονέκτημα δυστυχώς χάθηκε με την Αρβελέρ. Αυτό τόνιζε και προωθούσε η Αρβελέρ, ότι δηλαδή η Ελλάδα είναι μια «χώρα ανοιχτών οριζόντων», της οποίας η πραγματική δύναμη βρίσκεται στην οικουμενικότητα του πολιτισμού της και όχι μία οποιαδήποτε χώρα. Ότι η Εσθονία, η Αυστρία, η Ουγγαρία, αν κάποια μέρα χαθεί μαζί με ό,τι αυτές αντιπροσωπεύουν, δε θα υπάρξει κανένα δυσαναπλήρωτο κενό στον παγκόσμιο πολιτισμό. Η Αρβελέρ υπερτόνιζε ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει στην περίπτωση της Ελλάδας.
Απλά θα αναφέρω ότι υπήρξε η πρώτη γυναίκα πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας της Σορβόννης (1967) και η πρώτη γυναίκα πρύτανης στην 700χρονη ιστορία του πανεπιστημίου (1976). Θεωρείται μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες στη μελέτη της Βυζαντινής Ιστορίας, έχοντας εκδώσει πολυάριθμα βιβλία που αναμόρφωσαν την αντίληψή μας για το Βυζάντιο ως θεμέλιο του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Τιμήθηκε με τις ύψιστες διακρίσεις της Γαλλικής Δημοκρατίας (Ταξιάρχης της Λεγεώνας της Τιμής) και διετέλεσε Πρέσβειρα Καλής Θελήσεως της UNICEF.
Αυτό όμως που ξεχώρισε την Αρβελέρ από τους υπολοίπους δεν ήταν οι βαρύγδουποι τίτλοι της αλλά το ότι κατέβηκε από το βάθρο της και πλησίασε τους πολλούς. Τους περισσότερους δηλαδή, εκλαϊκεύοντας την Ιστορία και βάζοντάς την στις πραγματικές της διαστάσεις, τις ανθρώπινες δηλαδή, γιατί όλοι μας αγνοούμε ότι όλοι αυτοί οι βασιλιάδες, οι αυτοκράτορες, οι πολιτικοί, οι στρατηγοί ήταν άνθρωποι με πάθη, αδυναμίες, με συμφέροντα.
Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ υπήρξε η πρώτη τηλεοπτική «σταρ» της ελληνικής διανόησης ακριβώς επειδή κατάφερε να καταρρίψει τον τοίχο μεταξύ της ακαδημαϊκής ελίτ και του ευρέος κοινού. Η εκλαΐκευση για εκείνη δεν ήταν υποτίμηση της γνώσης αλλά χρέος του επιστήμονα. Χρησιμοποιούσε τη γλώσσα του «πεζοδρομίου» και του «θρανίου». Χρησιμοποιούσε λόγο ζωντανό, γεμάτο χιούμορ, αφορισμούς και καθημερινές λέξεις, αποφεύγοντας τον ξύλινο ακαδημαϊσμό.
Έλεγε χαρακτηριστικά: «Αν δεν μπορείς να εξηγήσεις κάτι απλά, σημαίνει ότι δεν το έχεις καταλάβει ούτε εσύ». Μετέτρεψε το «σκοτεινό» Βυζάντιο σε ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα, συνδέοντας τις δομές της αυτοκρατορίας με τη σύγχρονη ευρωπαϊκή πολιτική και την ελληνική ψυχοσύνθεση.
Οι συνεντεύξεις της έγιναν «μάθημα ιστορίας» για το σπίτι. Η άνεσή της μπροστά στην κάμερα και η ικανότητά της να αφηγείται την ιστορία σαν παραμύθι την έκαναν οικεία σε όλες τις ηλικίες. Δεν δίσταζε να πάρει θέση για φλέγοντα ζητήματα (Παιδεία, Ευρώπη, εθνικά θέματα) με τρόπο ευθύ, συχνά προκλητικό, που προκαλούσε διάλογο αντί για παθητική ακρόαση. Πίστευε ότι η γνώση πρέπει να «κυκλοφορεί» για να έχει αξία.
Για την Αρβελέρ, η ιστορία ήταν ένα εργαλείο αυτογνωσίας για τον σύγχρονο Έλληνα και όχι μια αποστειρωμένη παράθεση ημερομηνιών. Ήταν έντονα πολιτικοποιημένη αλλά όχι κομματικοποιημένη. Συχνά χρησιμοποιούσε μια χαρακτηριστική φράση για να περιγράψει την προσέγγισή της: «Είμαι αριστερή γιατί από εκεί πρέπει να περάσουν όλα αλλά είμαι και δεξιά, γιατί από εκεί θα διορθωθούν όλα».


