Η τηλεοπτική υπερέκθεση της ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα προκαλεί ερωτήματα για το ΕΣΡ.

Πώς ένα κόμμα που δεν έχει καν δοκιμαστεί στην κάλπη αποκτά καθημερινή σχεδόν παρουσία στα τηλεοπτικά πάνελ και γιατί η πολυφωνία μοιάζει να εφαρμόζεται με δύο μέτρα και δύο σταθμά;

Από τη στιγμή που ο Αλέξης Τσίπρας ανακοίνωσε την ίδρυση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛΑΣ), ένα φαινόμενο άρχισε να γίνεται ολοένα και πιο εμφανές στο τηλεοπτικό τοπίο. Στελέχη του νέου κόμματος, με κυριότερη τη Θεώνη Κουφονικολάκου, εκπρόσωπο Τύπου της ΕΛΑΣ, εμφανίζονται με αξιοσημείωτη συχνότητα σε ενημερωτικές εκπομπές, πρωινές ζώνες και πολιτικά πάνελ.

Μέχρις εδώ, κάποιος θα μπορούσε να πει ότι πρόκειται για μια φυσιολογική εξέλιξη. Ένας πρώην πρωθυπουργός επιστρέφει στην ενεργό πολιτική δράση και τα μέσα ενημέρωσης καλύπτουν το γεγονός. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η κάλυψη μετατρέπεται σε σχεδόν καθημερινή παρουσία και όταν ένα κόμμα που δεν έχει εκπροσώπηση στη Βουλή, δεν έχει συμμετάσχει σε εκλογέςκαι δεν έχει λάβει ούτε μία ψήφο από το εκλογικό σώμα, απολαμβάνει χρόνο προβολής που θα ζήλευαν ακόμη και κοινοβουλευτικά κόμματα.

Και τότε προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα. Υπάρχουν κανόνες ή όχι;

Η Θεώνη Κουφονικολάκου έχει εξελιχθεί μέσα σε λίγες εβδομάδες σε ένα από τα πιο προβεβλημένα πολιτικά πρόσωπα της τηλεόρασης. Εμφανίζεται σε εκπομπές πανελλαδικής εμβέλειας, σχολιάζει την επικαιρότητα, αναπτύσσει τις θέσεις της ΕΛΑΣ και συχνά απολαμβάνει χρόνο που δύσκολα βρίσκουν εκπρόσωποι άλλων πολιτικών σχηματισμών.

Το ερώτημα δεν αφορά την ίδια προσωπικά. Αφορά την αρχή της ισονομίας.

Αν η τηλεόραση θεωρεί υποχρέωσή της να δίνει βήμα σε εξωκοινοβουλευτικά κόμματα, τότε γιατί δεν συμβαίνει το ίδιο με τα υπόλοιπα; Γιατί η ΕΛΑΣ φαίνεται να απολαμβάνει μια προνομιακή μεταχείριση την ώρα που δεκάδες άλλοι πολιτικοί σχηματισμοί παραμένουν αόρατοι;

Η απάντηση ότι πίσω από την ΕΛΑΣ βρίσκεται ο Αλέξης Τσίπρας εξηγεί ίσως το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον. Δεν απαντά όμως στο ζήτημα της αναλογικότητας.

Τι προβλέπει η νομοθεσία

Η ελληνική ραδιοτηλεοπτική νομοθεσία και οι αποφάσεις του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης προβλέπουν ότι οι σταθμοί οφείλουν να υπηρετούν την πολιτική πολυφωνία και την αντικειμενική ενημέρωση.

Εκτός προεκλογικής περιόδου, οι τηλεοπτικοί σταθμοί έχουν ευχέρεια να επιλέγουν τους καλεσμένους τους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η υποχρέωση της ισόρροπης προβολής εξαφανίζεται.

Αντιθέτως, η έννοια της πολυφωνίας προϋποθέτει ότι δεν δημιουργούνται συνθήκες ευνοϊκής μεταχείρισης υπέρ συγκεκριμένων πολιτικών χώρων. Ιδίως όταν πρόκειται για φορείς που δεν διαθέτουν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση και δεν έχουν ακόμη λάβει λαϊκή εντολή μέσω εκλογών.

Η τηλεοπτική παρουσία είναι πολιτικό κεφάλαιο. Δημιουργεί αναγνωρισιμότητα, επηρεάζει την ατζέντα και συμβάλλει στη διαμόρφωση πολιτικών συσχετισμών. Δεν πρόκειται για μια ουδέτερη διαδικασία.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης. Το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης είναι η αρμόδια ανεξάρτητη αρχή για την εποπτεία της ραδιοτηλεοπτικής αγοράς.

Έχει καταγράψει τον χρόνο προβολής της ΕΛΑΣ στα μεγάλα κανάλια; Έχει εξετάσει αν υπάρχει αναλογικότητα σε σχέση με άλλους εξωκοινοβουλευτικούς σχηματισμούς; Έχει αξιολογήσει κατά πόσο τηρείται στην πράξη η αρχή της πολυφωνίας;

Διότι η εικόνα που σχηματίζεται σήμερα είναι διαφορετική. Είναι η εικόνα ενός πολιτικού φορέα που βρίσκεται καθημερινά σχεδόν στην τηλεόραση χωρίς να διαθέτει κοινοβουλευτική παρουσία και χωρίς να έχει περάσει ακόμη από την κρίση των πολιτών.

Η δημοκρατία απαιτεί πολυφωνία. Απαιτεί όμως και ίσους κανόνες για όλους. Όταν ένα νεοσύστατο κόμμα αποκτά τόσο δυσανάλογη προβολή, η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τις επιλογές των καναλιών. Αγγίζει την αξιοπιστία του ίδιου του συστήματος ενημέρωσης.

Και όσο η Θεώνη Κουφονικολάκου συνεχίζει να εμφανίζεται σχεδόν καθημερινά στα τηλεοπτικά πάνελ τόσο πιο επιτακτικά θα ακούγεται το ίδιο ερώτημα: πρόκειται για πολυφωνία ή για μια προνομιακή μεταχείριση που κανείς δεν θέλει να εξηγήσει;