Η Ευρώπη συγκρούεται με Big Tech για τον έλεγχο αλγορίθμων, προστασία πολιτών και τη ρύθμιση του διαδικτύου σε παγκόσμια κλίμακα.

Συγκεκριμένα, η Ευρώπη κλιμακώνει τη σύγκρουση με τις Big Tech, φέρνοντας στο προσκήνιο τον Έλον Μασκ, τον Πάβελ Ντούροφ και τις πλατφόρμες τους, όπως το X (πρώην Twitter) και το Grok. Οι έρευνες σε Γαλλία, Ισπανία, Ηνωμένο Βασίλειο και ΕΕ αφορούν αλγορίθμους, χειραγώγηση δεδομένων, deepfakes και παιδική κακοποίηση, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την ελευθερία του λόγου, τη δημοκρατική λογοδοσία και τον έλεγχο των ψηφιακών πλατφορμών. Η αντιπαράθεση Ευρώπης και Big Tech δεν είναι απλώς τεχνολογική – είναι μια στρατηγική μάχη για το μέλλον του διαδικτύου και των πολιτών.

Οι έφοδοι της γαλλικής αστυνομίας στα γραφεία της πλατφόρμας Χ στο Παρίσι, οι κλήσεις σε απολογία του Έλον Μασκ και της πρώην διευθύνουσας συμβούλου Λίντα Γιακαρίνο, αλλά και οι παράλληλες έρευνες σε Ηνωμένο Βασίλειο και Ευρωπαϊκή Ένωση για τη λειτουργία του chatbot Grok, δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά. Αντίθετα, συνθέτουν το πιο πρόσφατο επεισόδιο μιας ευρύτερης και πλέον ανοιχτής σύγκρουσης ανάμεσα στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και τις μεγάλες αμερικανικές τεχνολογικές πλατφόρμες.

Η έρευνα

Η γαλλική έρευνα, που ξεκίνησε ήδη από το 2025, αφορά καταγγελίες για χειραγώγηση αλγορίθμων, παράνομη εξαγωγή δεδομένων και, πλέον, σοβαρότατες υποθέσεις που σχετίζονται με τη διάδοση υλικού σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων, σεξουαλικά deepfakes και άρνηση εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Η εμπλοκή της Europol και η διεύρυνση της έρευνας στο Grok δείχνουν ότι οι ευρωπαϊκές αρχές αντιμετωπίζουν την υπόθεση όχι ως ζήτημα απλής εποπτείας περιεχομένου, αλλά ως πιθανό ποινικό πρόβλημα που αγγίζει τη λειτουργία της ίδιας της πλατφόρμας.

Η αντίδραση του Μασκ ήταν άμεση και σφοδρή. Μίλησε για «πολιτική επίθεση», κατηγόρησε τις γαλλικές αρχές για «θέατρο επιβολής του νόμου» και υποστήριξε ότι η ελευθερία του λόγου τίθεται υπό απειλή. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο ιδρυτής του Telegram, Πάβελ Ντούροφ, ο οποίος χαρακτήρισε τη Γαλλία «μη ελεύθερη χώρα» και κατηγόρησε τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ότι διώκουν πλατφόρμες που προσφέρουν «κάποιο βαθμό ελευθερίας» στους χρήστες.

Από τη Γαλλία στην Ισπανία, η σύγκρουση πολιτικοποιείται

Η αντιπαράθεση, ωστόσο, δεν περιορίζεται στη Γαλλία. Στην Ισπανία, ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ ανακοίνωσε την πρόθεση της κυβέρνησής του να απαγορεύσει την πρόσβαση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σε ανηλίκους κάτω των 16 ετών και να καταστήσει τις διοικήσεις των πλατφορμών ποινικά υπεύθυνες για παράνομο και επιβλαβές περιεχόμενο. Η πρωτοβουλία αυτή πυροδότησε μια νέα, ανοιχτά πολιτική σύγκρουση.

Ο Μασκ χαρακτήρισε τον Σάντσεθ «τύραννο» και «προδότη», ενώ ο Ντούροφ έφτασε στο σημείο να στείλει μήνυμα μέσω του Telegram σε όλους τους Ισπανούς χρήστες, προειδοποιώντας ότι η νομοθεσία θα μετατρέψει τη χώρα σε «κράτος επιτήρησης». Η ισπανική κυβέρνηση απάντησε κατηγορώντας τις πλατφόρμες για διασπορά παραπληροφόρησης και για άμεση παρέμβαση στον δημόσιο διάλογο, παρακάμπτοντας κάθε μορφή δημοκρατικής λογοδοσίας.

Ο ίδιος ο Σάντσεθ μίλησε για «τεχνο-ολιγάρχες των αλγορίθμων» που απευθύνονται απευθείας σε εκατομμύρια πολίτες για να επηρεάσουν πολιτικές αποφάσεις, τονίζοντας ότι η δημοκρατία δεν μπορεί να υποχωρεί μπροστά στην ισχύ των πλατφορμών. Στο ίδιο πλαίσιο κινούνται και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ελλάδα, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, που εξετάζουν αυστηρότερα μέτρα για την προστασία ανηλίκων και τη ρύθμιση της παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης.

Ελευθερία του λόγου ή δημοκρατική κυριαρχία;

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η ευρωπαϊκή στάση παρουσιάζεται συχνά ως απειλή για την ελευθερία της έκφρασης. Εκθέσεις του αμερικανικού Κογκρέσου και δηλώσεις πολιτικών κάνουν λόγο για «ξένη λογοκρισία». Οι Ηνωμένες Πολιτείες ασκούν πολιτική και διπλωματική πίεση, κατηγορώντας ευρωπαίους αξιωματούχους για λογοκρισία μέσω ρυθμιστικών πλαισίων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Τιερί Μπρετόν, πρώην επίτροπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και βασικός αρχιτέκτονας της Πράξης για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες, ο οποίος βρέθηκε στο στόχαστρο της αμερικανικής κυβέρνησης με ταξιδιωτικού χαρακτήρα κυρώσεις και δημόσιες κατηγορίες περί περιορισμού της ελευθερίας του λόγου, χωρίς να έχει ασκηθεί οποιαδήποτε ποινική δίωξη.

Στην Ευρώπη, όμως, το ζήτημα τίθεται διαφορετικά. Οι κυβερνήσεις υποστηρίζουν ότι η ελευθερία του λόγου δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την προστασία των πολιτών, τη διαφάνεια των αλγορίθμων και την ευθύνη όσων διαχειρίζονται πλατφόρμες παγκόσμιας εμβέλειας.

Η σύγκρουση που εξελίσσεται δεν αφορά μόνο την τεχνολογία. Αφορά το ποιος ορίζει τους κανόνες στον ψηφιακό δημόσιο χώρο, ποιος λογοδοτεί όταν παράγεται και διαδίδεται επιβλαβές περιεχόμενο και ποια είναι τα όρια της ιδιωτικής ισχύος στις δημοκρατικές κοινωνίες. Με τη Γαλλία, την Ισπανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση να ανεβάζουν τους τόνους, η αντιπαράθεση με τις Big Tech μοιάζει πλέον λιγότερο με τεχνική διαφωνία και περισσότερο με πολιτική σύγκρουση στρατηγικής σημασίας.