Οι νέοι κανόνες της ΕΕ αλλάζουν τον τρόπο κατασκευής και ανακύκλωσης των αυτοκινήτων, με αυστηρούς στόχους για πλαστικό, μπαταρίες και ανακυκλωμένα υλικά.
Τα αυτοκίνητα του μέλλοντος θα πρέπει να κατασκευάζονται ολοένα και περισσότερο από υλικά που προέρχονται από τα αυτοκίνητα που έχουν ολοκληρώσει τον κύκλο ζωής τους, σύμφωνα με το Topspeed.gr, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρά σε μια μεγάλη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται, παράγονται και ανακυκλώνονται τα οχήματα. Ο νέος Κανονισμός για τα οχήματα στο τέλος του κύκλου ζωής τους μεταφέρει σημαντικές ευθύνες στις βιομηχανίες αυτοκινήτων και θέτει συγκεκριμένους στόχους για την ανακύκλωση πλαστικών, τη χρήση ανακυκλωμένων υλικών στα καινούργια αυτοκίνητα, αλλά και την ευκολότερη αποσυναρμολόγηση βασικών εξαρτημάτων, όπως οι μπαταρίες και οι ηλεκτροκινητήρες.
Η αυτοκινητοβιομηχανία πρέπει επίσης να περάσει στην κυκλική οικονομία. Μετά τον Κανονισμό για τα οχήματα στο τέλος του κύκλου ζωής τους, που εγκρίθηκε από το Ευρωκοινοβούλιο στις 18 Ιουνίου, δεν υπάρχει πλέον περιθώριο υπαναχώρησης. «Ο πρώτος και ο τελευταίος κρίκος της κυκλικής αλυσίδας είναι οι αυτοκινητοβιομηχανίες: καθεμία από αυτές, εντός τριών ετών από την έναρξη ισχύος του κανονισμού, θα πρέπει να καταρτίσει τη δική της στρατηγική κυκλικότητας», εξηγεί ο Marco Ferracin της Safe, του κόμβου για τις κυκλικές οικονομίες. Οι αυτοκινητοβιομηχανίες θα καταστούν υπεύθυνες, όχι μόνο οικονομικά, για τη συλλογή και την επεξεργασία των οχημάτων.
Από εκείνο το σημείο θα έχουν λίγο περισσότερο από δύο χρόνια για να διασφαλίσουν ότι, στα οχήματα που φτάνουν στο τέλος του κύκλου ζωής τους, θα ανακυκλώνεται, πέρα από τα μεταλλικά μέρη, και το 30% των πλαστικών. Παράλληλα, όπως έχει ήδη αναφερθεί σε τεύχος του Ιταλικού Quattroruote, στις επιχειρήσεις ανακύκλωσης οχημάτων και στις μονάδες τεμαχισμού θα επιβληθούν νέες και αυστηρές διαδικασίες, ώστε να διασφαλίζεται η επίτευξη των προβλεπόμενων στόχων.
Το χρονοδιάγραμμα της ανακύκλωσης και οι στόχοι για τα νέα αυτοκίνητα
Το χρονοδιάγραμμα για την κυκλική οικονομία, ωστόσο, δεν σταματά εδώ. Έξι χρόνια μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού, θα τεθούν σε εφαρμογή υποχρεώσεις και για την ανακυκλωμένη περιεκτικότητα των νέων οχημάτων. Ένα συγκεκριμένο ποσοστό της μάζας τους θα πρέπει υποχρεωτικά να αποτελείται από δευτερογενείς πρώτες ύλες που προέρχονται από απόβλητα μετά την κατανάλωση, ενώ ένα συγκεκριμένο μέρος αυτών θα πρέπει να προέρχεται από οχήματα στο τέλος του κύκλου ζωής τους, με στόχο την πλήρη «κλείσιμο» του κύκλου.
«Ξεκινάμε με υποχρέωση χρήσης 15% ανακυκλωμένου πλαστικού στα νέα μοντέλα, από το οποίο τουλάχιστον το 20% θα πρέπει να προέρχεται από οχήματα στο τέλος του κύκλου ζωής τους. Στο δέκατο έτος, ο στόχος θα αυξηθεί στο 25%», συνεχίζει ο Ferracin.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποχρεούται να καθορίσει στόχους για την ανακυκλωμένη περιεκτικότητα σε χάλυβα, αλουμίνιο, μαγνήσιο και τα αντίστοιχα κράματά τους, πριν προχωρήσει σε υλικά κρίσιμης σημασίας, όπως το νεοδύμιο, το πρασεοδύμιο και το βόριο.
Σε αυτό το στάδιο, θα καταστεί ουσιαστικά αδύνατη η παραγωγή οχημάτων που δεν θα εξασφαλίζουν τουλάχιστον 85% δυνατότητα επαναχρησιμοποίησης και ανακύκλωσης και 95% δυνατότητα ανάκτησης με οποιαδήποτε μορφή.
Αποσυναρμολόγηση εξαρτημάτων, μπαταρίες και πιθανές εξαιρέσεις
Παράλληλα, θα απαγορεύονται και τα οχήματα στα οποία δεν είναι δυνατή η εύκολη και μη καταστροφική αφαίρεση των μπαταριών, των ηλεκτροκινητήρων και άλλων συγκεκριμένων εξαρτημάτων, όπως οι καταλύτες, τα ελαστικά και τα κρύσταλλα.
«Χρειάστηκαν χρόνια για να φτάσουμε στην υιοθέτηση αυτού του κανονισμού», καταλήγει ο Ferracin. «Πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι αυτή η αλλαγή έρχεται σε μια περίοδο πολύ έντονων δυσκολιών για τον κλάδο και συνεπάγεται τον ταυτόχρονο επανασχεδιασμό αμέτρητων λειτουργικών, τεχνολογικών και εμπορικών παραμέτρων».
Για τον λόγο αυτό, σε ακραίες περιπτώσεις, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να προβλέπει προσωρινές εξαιρέσεις από τους στόχους και τις προθεσμίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ανακυκλωμένο πλαστικό για τα νέα οχήματα, το οποίο, σε ιδιαίτερα δυσμενείς συνθήκες της αγοράς, ενδέχεται να παρουσιάζει έλλειψη ή να διατίθεται σε απαγορευτικά υψηλό κόστος.