Οσο οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ΕΛΑΣ και ΠΑΣΟΚ να πέφτουν, τόσο αυξάνονται οι προσωπικές επιθέσεις εναντίον του Κυριάκου Μητσοτάκη και στελεχών της κυβέρνησής του.
Γράφει η Έρση Παπαδάκη
Οι ισχνές δημοσκοπικές επιδόσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης και η μάχη που δίνουν ΕΛΑΣ και ΠΑΣΟΚ για τη δεύτερη θέση έχουν ξεκάθαρη εξήγηση. Ο βασικός λόγος είναι η απουσία προτάσεων και προγραμματικού λόγου αλλά και η εξάντληση της τακτικής τους σε προσωπικές επιθέσεις, τοξικότητα και σκανδαλολογία, βάζοντας στο στόχαστρο τον πρωθυπουργό, τους υπουργούς του και γενικά τα κυβερνητικά στελέχη.
Με άλλα λόγια, μονίμως στα χείλη των στελεχών της αντιπολίτευσης βρίσκεται η σκανδαλολογία ή ο τοξικός λόγος που διχάζει και δεν βοηθάει να γίνει ένας ουσιαστικός πολιτικός διάλογος. Καταφεύγουν δηλαδή σε ένα κυνήγι μαγισσών μόνο για τις εντυπώσεις και αδιαφορούν για την ουσία που δεν είναι άλλη από την πολιτική – όχι τη μικροπολιτική. Ένα φαινόμενο που δεν είναι ασφαλώς ξένο για τον Αλέξη Τσίπρα και τα στελέχη του (τότε) ΣΥΡΙΖΑ που τον ακολούθησαν και τον ακολουθούν στην ΕΛΑΣ, καθώς με τον ίδιο τρόπο πολιτεύτηκαν από το 2019 κι έπειτα, όταν η ΝΔ ανήλθε στην εξουσία.
Τα στελέχη αυτά όπως και ο πρώην πρωθυπουργός δείχνουν ότι δυσκολεύονται να κατανοήσουν ακόμη και σήμερα ότι ένας από τους βασικούς λόγους που υπέστησαν τη συντριπτική ήττα του 2023 στη διπλή εκλογική αναμέτρηση είναι ακριβώς αυτός: ότι δηλαδή ο κόσμος απεχθάνεται τη μικροπολιτική και κυρίως έχει κουραστεί από την τοξικότητα και τη σκανδαλολογία.
Οι πρακτικές με τις οποίες η Αριστερά δίχασε το εκλογικό σώμα και τους πολίτες την περίοδο 2012-2015, με αποκορύφωμα το δημοψήφισμα τέτοιες μέρες πριν από 11 χρόνια, αποδοκιμάζονται συλλήβδην από τους ίδιους τους πολίτες-ψηφοφόρους σήμερα. Είναι μια τακτική άγονη, η οποία δεν έχει να προσφέρει κάτι σε όλους αυτούς που την υιοθετούν και εξακολουθούν να είναι κολλημένοι σε αυτήν.
Τη μία, λοιπόν, είναι οι υποκλοπές, την άλλη ο ΟΠΕΚΕΠΕ και στη συνέχεια κάτι άλλο που θα σκαρφιστούν ή κάτι υπαρκτό από το οποίο θα πιαστούν. Ποιος ξέχασε, άλλωστε, όσα διακινήθηκαν ακόμη και από πολιτικούς αρχηγούς εντός της αιθούσης του Κοινοβουλίου για τα χαμένα βαγόνια και το ξυλόλιο στην τραγωδία των Τεμπών;
Άλλωστε, οι προσωπικές επιθέσεις στις οποίες καταφεύγουν στελέχη της αντιπολίτευσης κατά κυβερνητικών στελεχών ή των οικείων προσώπων τους τροφοδοτούν αυτό το τοξικό κλίμα που αποπροσανατολίζει τη συζήτηση από τα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας και από όσα έχει κάνει πραγματικά η κυβέρνηση για να μπορέσει να βελτιώσει την κατάσταση στη χώρα προς όφελος των πολιτών.
Με αφορμή, μάλιστα, τη δολοφονική επίθεση στη Θεσσαλονίκη με θύμα τη Βάγια Νέστορα και όσα είπε ο πρωθυπουργός για τις σαφείς ευθύνες κομμάτων της αντιπολίτευσης, η απάντηση που επιφύλαξε ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν άκρως ενδεικτική του πώς αντιλαμβάνονται –αν και φυλλορροούν– το πολιτικό τοπίο. Κατηγόρησε συγκεκριμένα τον Κυριάκο Μητσοτάκη ότι εμφανίζεται μεν ως πολέμιος της τοξικότητας, αλλά ο ίδιος υιοθετεί τη «θεωρία των δύο άκρων» και στοχοποιεί τους πολιτικούς του αντιπάλους ή ακόμη και ότι παραχαράσσει την ιστορία.
Η κυβέρνηση από τη δική της πλευρά επιχειρεί να κλείσει τ’ αυτιά της και να πορευθεί ως τις εκλογές αναδεικνύοντας το έργο της και κυρίως δίνοντας έμφαση στη μάχη της καθημερινότητας. Να υλοποιήσει δηλαδή έργα και παρεμβάσεις που θ’ αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά ζητήματα που απασχολούν τους πολίτες, όπως π.χ. η ακρίβεια.
Και όμως, η αντιπολίτευση επιμένει ακόμη και τώρα να επενδύει στον λαϊκισμό, στη σκανδαλολογία και στην τοξικότητα. Επιχειρεί δηλαδή να δημιουργήσει ένα «άρρωστο» προεκλογικό κλίμα, από το οποίο η μοναδική χαμένη που μπορεί να προκύψει είναι η ίδια η χώρα και όχι ασφαλώς η ΝΔ.