Δύο πρώην πρωθυπουργοί, μία… πρώην «μάνα των Τεμπών» και ο Ανδρουλάκης προσπαθούν να αφαιρέσουν από τη ΝΔ όσα απαιτούνται για μία κυβέρνηση σταθερότητας.

Το να θέλει κανείς να διαχύσει σε ολόκληρη την κοινωνία αποσύνθεση και χάος, σαν την κακή γειτόνισσα που ρίχνει τα απόνερα στο πεζοδρόμιο, ευαγγελιζόμενος μια αλλαγή την οποία ούτε καν στη φαντασία του δεν γνωρίζει πώς είναι, φαίνεται να είναι απλό. Μόνο που μοιάζει να εφαρμόζει πιστά εκείνο το μότο που δημιουργήθηκε μετά την εμπειρία της πρώτης φοράς Αριστερά: ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε έρθει στην ελληνική πολιτική σκηνή το 2015 για να κυβερνήσει, αλλά για να πάρει την εκδίκησή του γιατί επί δεκαετίες δεν… κυβερνούσε.

Ένας τέτοιος χυλός φαίνεται πως έχει δημιουργηθεί με… τρεις συν έναν να στέκονται πάνω από το καζάνι και να τον ανακατεύουν. Μέσα σε λίγους μήνες εμφανίστηκαν τρεις νέοι πόλοι που υποτίθεται πως έρχονται να τσακίσουν την κυριαρχία Μητσοτάκη: η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛΑΣ) του Αλέξη Τσίπρα, η Ελπίδα για τη Δημοκρατία της Μαρίας Καρυστιανού, και ακόμα ένα, υπό διαμόρφωση, όπως φαίνεται, σχήμα. Τρία νέα εγχειρήματα ταυτόχρονα. Και με έναν ακόμα πόλο, αυτόν του ΠΑΣΟΚ με τον Νίκο Ανδρουλάκη, που κάνει τα… πάντα και ακόμα περισσότερα για να αποδείξει την ακαταλληλότητά του, ενώ βγάζει διαπρύσιους λόγους για την ανάγκη απομάκρυνσης του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Όσοι συνηθίζουν να σκέπτονται και να εξηγούν έχουν έναν βασικό κανόνα που τον δανείζονται από την καλή αστυνομική λογοτεχνία: «Δεν υπάρχουν συμπτώσεις». Είναι ξεκάθαρο, από τα λεγόμενα, τις κινήσεις πολιτικού ερασιτεχνισμού, τις μυστηριώδεις ή και άγνωστες χρηματοδοτήσεις, τον αριβισμό, την μπαχαλοποίηση και την ιδεολογική ανυπαρξία, ότι στόχος των «3+1 μνηστήρων» είναι όχι να κατορθώσουν να κυβερνήσουν, γιατί ξέρουν ότι δεν μπορούν, αλλά να απολέσει τη δυνατότητα αυτοδυναμίας η Νέα Δημοκρατία.

Κάτι που δημιουργεί την υπόνοια ότι στόχος είναι να καταστούν «εξυπηρετητές» των συμφερόντων που τους στηρίζουν αναδεικνυόμενοι σε ρόλο ρυθμιστή σε μια πιθανή συγκυβέρνηση αλλά την κυρίως ευθύνη να την έχει η Νέα Δημοκρατία, που συνεχίζει να κυριαρχεί στις δημοσκοπήσεις. Ένα σενάριο χάους και ανευθυνότητας που μπροστά του όσα είδαμε στο ντοκιμαντέρ του ΣΚΑΪ «Στο χιλιοστό» θα είναι διαφημιστικό διάλειμμα…

Οι δημοσκοπήσεις του τελευταίου τριμήνου συνθέτουν, λοιπόν, το εξής: η ΝΔ μένει πάντα πρώτη, πάντα άνετα, ποτέ όμως αρκετά κοντά στο 38% στο οποίο καταγράφεται μόνο ως «πρόθεση ψήφου». Η Metron Analysis την τοποθετεί στο 30,4%, με 120 έδρες, 31 έδρες μακριά από την αυτοδυναμία, ενώ η ΕΛΑΣ παγιώνεται στη δεύτερη θέση, γύρω στο 17%. Η Ελπίδα της Καρυστιανού καταρρέει στο 7,5%.

Η Interview για την Political καταγράφει ότι το 87% του συνόλου των πολιτών θεωρεί απίθανο να ψηφίσει το υπό διαμόρφωση σχήμα από πρώην πρωθυπουργό και αυτό ενώ οι ψηφοφόροι του ίδιου κόμματος που δηλώνουν ότι δεν θα τον ψηφίσουν ανέρχονται στο 94%. Υπήρχε, όμως, και σχετικό ερώτημα που δηλώνει ευθέως τον σκοπό όλων αυτών των προσπαθειών του: 17% δηλώνει ότι στόχος είναι να μπλοκαριστεί η αυτοδυναμία της ΝΔ.

Είναι καταφανέστατο: Δεν πρόκειται για αντιπολίτευση που διεκδικεί την εξουσία. Είναι αντιπολίτευση επικεντρωμένη στο να αφαιρέσει ακριβώς όσο χρειάζεται από τη ΝΔ, ποτέ όμως όσο θα χρειαζόταν για να την ανατρέψει.

Η ΕΛΑΣ του Τσίπρα λειτουργεί με την τεχνική του «καθρέφτη» όσον αφορά την επίδρασή της στη ΝΔ. Η ίδια η Real Polls το γράφει: «Κινητοποιεί και τη βάση της ΝΔ που πιο εύκολα ψηφίζει αμυντικά απέναντι σε έναν παλιό αντίπαλο». Παράλληλα, η επιστροφή ενός πρώην πρωθυπουργού, του Αλέξη Τσίπρα, με τεράστιο τοξικό παρελθόν, δεν αποσταθεροποιεί τη ΝΔ.

Ομοίως και η πρώην «μάνα των Τεμπών», που έγινε πολιτικό εργαλείο διάχυσης οργής, κι ένας ακόμα πρώην πρωθυπουργός, που επιστρέφει για να ενεργοποιήσει τον παλιό φόβο του «εθνικού κινδύνου», καταλήγουν να λειτουργούν σαν δύο βραχίονες του ίδιου μηχανισμού συντήρησης της οριακής αλλά ασφαλούς κυριαρχίας της ΝΔ.

Μέσα στους επόμενους μήνες, η χώρα οδηγείται σε μια ακόμη κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση. Παράλληλα, από την 1η Ιουλίου 2027, η Ελλάδα καλείται να αναλάβει την εξαμηνιαία προεδρία της ΕΕ μέσα σε ένα ιδιαίτερα δυσμενές διεθνές περιβάλλον, το οποίο σημαδεύεται από τις συνεχιζόμενες πολεμικές συγκρούσεις στην περιοχή και την άνοδο της Ακροδεξιάς που απειλεί το ευρωπαϊκό δημοκρατικό οικοδόμημα.

Σε αυτό το πλαίσιο, δεν υπάρχει το περιθώριο ούτε για αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις με στόχο μια ετοιμόρροπη αυτοδυναμία ούτε για παραχώρηση ρυθμιστικού ρόλου στους εγχώριους λαϊκιστές. Το πολιτικό σύστημα οφείλει να διαχειριστεί με απόλυτη σοβαρότητα και υπευθυνότητα το αποτέλεσμα των επερχόμενων εκλογών.