Η πολιτική διαδρομή του Χάρη Δούκα στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ μετά την εκλογή του στον Δήμο Αθηναίων χαρακτηρίζεται από μια εμφανή αντίφαση.

Από τη μία επιχειρεί να διατηρήσει ρόλο κεντρικού πολιτικού παίκτη στον χώρο της Κεντροαριστεράς και από την άλλη δείχνει απροθυμία να ξεκαθαρίσει τις πραγματικές προθέσεις του. Στο επίκεντρο αυτής της αντίφασης βρίσκεται η σχέση του με τον Μανώλη Χριστοδουλάκη, μια σχέση που από πολιτική συμμαχία κατέληξε να μοιάζει περισσότερο με αμήχανη εκκρεμότητα.

Όταν ο Χάρης Δούκας διεκδικούσε τη δημαρχία της Αθήνας, η στήριξη του Μανώλη Χριστοδουλάκη υπήρξε από τις πιο καθαρές και δημόσιες στο εσωκομματικό πεδίο. Η φράση «Χάρη, πάμε», που ακούστηκε τότε, δεν ήταν απλώς ένα σύνθημα ενθουσιασμού. Ήταν μια σαφής πολιτική επιλογή: ένας εκπρόσωπος της νεότερης γενιάς του ΠΑΣΟΚ να ταχθεί ανοιχτά υπέρ ενός άλλου προσώπου της ίδιας γενιάς, με την προσδοκία ότι αυτή η πολιτική επένδυση θα είχε συνέχεια και συνέπεια.

Ωστόσο, από τη στιγμή που ο Δούκας εξελέγη δήμαρχος Αθηναίων, αυτή η πολιτική σχέση μπήκε σε μια ιδιότυπη «κατάψυξη». Οι προσδοκίες για μια οργανική συνεργασία ή για μια κοινή πολιτική στρατηγική δεν επιβεβαιώθηκαν. Αντίθετα, ο δήμαρχος Αθηναίων έδειξε να κινείται με έναν τρόπο που περισσότερο θύμιζε πολιτική αναμονής παρά ξεκάθαρη στρατηγική.

Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα, στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ, πολλοί μιλούν για μια χαμένη ευκαιρία πολιτικής συγκρότησης. Η σχέση με τον Μανώλη Χριστοδουλάκη θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί σε έναν πυρήνα πολιτικής ανανέωσης για τον χώρο. Αντί γι’ αυτό, μετατράπηκε σε μια σχέση αμφισημίας, όπου κανείς δεν γνωρίζει αν πρόκειται για συμμαχία, για παγωμένη συνεργασία ή για σιωπηρή αποστασιοποίηση.

Η κατάσταση αυτή δεν προέκυψε τυχαία. Ο Χάρης Δούκας επέλεξε συνειδητά να αφήσει ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα: να εμφανίζεται ως δήμαρχος που επικεντρώνεται στα αυτοδιοικητικά καθήκοντά του, αλλά ταυτόχρονα να διατηρεί μια πολιτική παρουσία που δεν αποκλείει ευρύτερους ρόλους στο κόμμα. Αυτή η διπλή στάση, όμως, δημιουργεί ένα πρόβλημα αξιοπιστίας.

Διότι υπάρχει μια συγκεκριμένη πολιτική υπόσχεση που βαρύνει τον ίδιο. Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά στους κομματικούς κύκλους, υπήρξε δέσμευση ότι, εφόσον στις προηγούμενες εσωκομματικές εκλογές του Οκτωβρίου δεν κατάφερνε να εκλεγεί, τότε θα στήριζε τον Μανώλη Χριστοδουλάκη ως εκφραστή της νέας γενιάς για την προεδρία του ΠΑΣΟΚ. Μια υπόσχεση που, μέχρι σήμερα, δεν έχει μετατραπεί σε πολιτική πράξη.

Αυτή ακριβώς η εκκρεμότητα αποτυπώθηκε και στην πρόσφατη ανθρωπογεωγραφία της Κεντρικής Επιτροπής. Οι ισορροπίες που προέκυψαν εκεί δείχνουν ότι ο Δούκας δεν διαθέτει ένα συμπαγές πολιτικό μπλοκ στήριξης. Αντίθετα, η επιρροή του εμφανίζεται διάσπαρτη και ασταθής, χωρίς σαφή πολιτική πυξίδα.

Σε αυτό το πλαίσιο, η επανασύνδεση με τον Μανώλη Χριστοδουλάκη μοιάζει να είναι η μοναδική στρατηγική επιλογή που θα μπορούσε να του δώσει πολιτική σταθερότητα. Μια δημόσια και καθαρή στήριξη προς τον Χριστοδουλάκη θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα κοινό μέτωπο της νεότερης γενιάς του κόμματος και να προσδώσει στον Δούκα τον ρόλο του πολιτικού που τηρεί τις δεσμεύσεις του.

Όμως μέχρι στιγμής ο δήμαρχος Αθηναίων φαίνεται να αποφεύγει μια τέτοια ξεκάθαρη κίνηση. Επιλέγει μια πολιτική τακτική αναμονής, αφήνοντας τις εξελίξεις να κυλούν χωρίς να παίρνει σαφή θέση, στάση που δημιουργεί την εικόνα ενός πολιτικού που διστάζει να αναλάβει το κόστος των επιλογών του.

Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα για τον Χάρη Δούκα. Η πολιτική δεν συγχωρεί εύκολα την αμφισημία. Οι συμμαχίες απαιτούν καθαρές γραμμές, συνέπεια και, κυρίως, αξιοπιστία.