Η ετήσια έκθεση της Διεθνούς Διαφάνειας για το 2025 αποκαλύπτει ότι η Ελλάδα βελτιώνεται σταθερά από το 2019 στην καταπολέμηση της διαφθοράς.

Μία αργή, βασανιστική προσπάθεια απέναντι σε χρόνιες παθογένειες και νοσηρότητες. Οι δείκτες και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά συνθέτουν την καλύτερη εικόνα της χώρας κατά τρεις θέσεις στην παγκόσμια κατάταξη επί συνόλου 182 χωρών και γκρεμίζουν το παραπέτασμα των fake news που… μεθοδικά και με ζήλο υψώνουν τα πολιτικά εργαστήρια παραγωγής τοξικότητας και λασπολογίας, με τη διαμεσολάβηση της αντιπολίτευσης.

Ειδικά εκείνων των κομμάτων που έχουν επενδύσει στην κάλυψη της αλήθειας από τα νέφη της τοξικότητας. Μιας αλήθειας που θυμίζει τη σκοτεινή περίοδο του 2018, όταν η Ελλάδα βρισκόταν στην 67η θέση μεταξύ 180 χωρών, σύμφωνα με τον Δείκτη Αντίληψης της Διαφθοράς (Corruption Perceptions Index - CPI) της Διεθνούς Διαφάνειας, ο οποίος δημοσιεύτηκε στις αρχές του 2019.

Σε σύγκριση με τότε (45 βαθμοί, 67η θέση), η Ελλάδα το 2025 εμφάνισε σταδιακή βελτίωση, καταλαμβάνοντας την 56η θέση με 50 βαθμούς, σημειώνοντας άνοδο 11 θέσεων συγκριτικά με την περίοδο της κρίσης και της βαθιάς σήψης θεσμών και δομών. Στόχος είναι έως το 2030 να βρεθεί ανάμεσα στην πρώτη 12άδα, όπως επισημαίνει ο υπουργός Επικρατείας, Άκης Σκέρτσος.

Ωστόσο, με βάση τα ευρήματα της έρευνας, το 9% των πολιτών παραδέχεται ότι χρειάστηκε να «λαδώσει» για να εξυπηρετηθεί σε δημόσια υπηρεσία, στοιχείο που ίσως ενισχύει την αναγκαιότητα καταλυτικών παρεμβάσεων για να εκριζωθούν τα ζιζάνια της νοοτροπίας του βολέματος, της αθέμιτης τακτοποίησης και του ρουσφετιού.

Γι’ αυτό και ο πρόεδρος του ελληνικού τμήματος της Διεθνούς Διαφάνειας, Γιώργος Χατζηγιαννάκης, υπογράμμισε την επιτακτική ανάγκη για ενίσχυση των ανεξάρτητων αρχών, ενισχυμένη προστασία των δημοσιογράφων και ουσιαστική βελτίωση στη λειτουργία της Δικαιοσύνης.

Πάντως, η έκθεση εκπέμπει... SOS για τη διαφθορά παγκοσμίως. Ο μέσος όρος έχει υποχωρήσει στο 42, ενώ 122 χώρες βαθμολογούνται κάτω από τη βάση (50 μονάδες). Τα σκήπτρα της διαφάνειας κρατούν η Δανία (89) και η Φινλανδία (88), την ώρα που η Γερμανία κατρακυλά, σε βάθος δεκαετίας.

Πτωτικές τάσεις καταγράφονται σε ισχυρές ευρωπαϊκές χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία, η Βρετανία και η Ισπανία, ως αποτέλεσμα των ευρύτερων πολιτικών ανακατατάξεων. Ουραγοί στην κατάταξη η Βόρεια Κορέα, το Σουδάν, η Νικαράγουα, η Υεμένη, η Λιβύη, η Συρία, η Βενεζουέλα…

Πάνω από το 90% των δολοφονημένων δημοσιογράφων που ερευνούσαν υποθέσεις διαφθοράς βρίσκονταν σε χώρες με χαμηλή βαθμολογία στον δείκτη CPI. Κρίσιμη παράμετρος για τη διαμόρφωση της συνολικής εικόνας είναι τα περιστατικά διασυνοριακής διαφθοράς και πιο συγκεκριμένα ο ρόλος του ιδιωτικού τομέα και των διεθνών ροών βρόμικου χρήματος. Είναι συχνό το φαινόμενο διεφθαρμένοι αξιωματούχοι να χρησιμοποιούν επαγγελματίες παρόχους υπηρεσιών και να νομιμοποιούν τη σκοτεινή διαδρομή του χρήματος.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της έκθεσης, 148 χώρες είτε έχουν σταματήσει να σημειώνουν πρόοδο είτε έχουν χειροτερέψει κατά την ίδια περίοδο, ενώ πάνω από τα 2/3 των χωρών έχουν βαθμολογία κάτω από 50. Δισεκατομμύρια άνθρωποι δηλαδή ζουν σε χώρες όπου η διαφθορά δεσπόζει, καταστρέφοντας ζωές και υπονομεύοντας τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα.

Ένα ιδιαίτερο στοιχείο του φετινού CPI είναι η σύνδεση της διαφθοράς με την αδυναμία αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης, όπου διαπιστώνεται ότι η κατάχρηση δημόσιων πόρων και η επιρροή ιδιωτικών συμφερόντων στις πολιτικές αποφάσεις παρεμποδίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή μέτρων για την προστασία του περιβάλλοντος.

Στην έκθεση επισημαίνεται το ελλειμματικό πλαίσιο διαφάνειας και λογοδοσίας στις δημόσιες συμβάσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν κονδύλια της ΕΕ, προσφέροντας... ευκαιρίες για δωροδοκίες και ρεμούλες δημόσιου χρήματος και καταλύοντας –σε πολλές περιπτώσεις– την εμπιστοσύνη των πολιτών στην παροχή δημόσιων υπηρεσιών. Ένα ισχυρό επιχείρημα για την επίμονη, διαχρονική νόσο του πελατειακού κράτους, που ταλανίζει τη χώρα και την ανάγκη τολμηρών παρεμβάσεων και μεταρρυθμίσεων.

Το θεσμικό τέλμα της εποχής ΣΥΡΙΖΑ

Πίσω στο το 2018, η Ελλάδα των χαμηλών επιδόσεων αντιμετώπιζε θεσμική στασιμότητα, έλλειψη αποτελεσματικών μηχανισμών ελέγχου στον δημόσιο τομέα, εκτενή περιστατικά αθέμιτης πολιτικής επιρροής, με παρεμβάσεις στη λήψη δημόσιων αποφάσεων και μεγάλες καθυστερήσεις στις δικαστικές διαδικασίες.

Ήταν η εποχή που το 29% των πολιτών πίστευε ότι η διαφθορά αυξήθηκε, ενώ το 9% ανέφερε ότι αναγκάστηκε να δωροδοκήσει για πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες. Μελανό σημείο και το νομικό πλαίσιο, με τις ασαφείς ή επικαλυπτόμενες αρμοδιότητες των ελεγκτικών οργάνων.

Με λίγα λόγια, η αντιμετώπιση της διαφθοράς δεν αρχίζει και δεν σταματά σε μία μεταρρύθμιση. Είναι άοκνος, διαρκής καθημερινός αγώνας, με βασικό προσανατολισμό να αλλάξουν νοοτροπίες και αντιλήψεις.