Μπροστά σε ένα μεγάλο δίλημμα φαίνεται πως βρίσκεται τις τελευταίες ημέρες ο Αλέξης Τσίπρας.

Να προχωρήσει ή όχι στη δημιουργία ενός νέου πολιτικού σχηματισμού, με σκοπό να πάρει μέρος στις εκλογές της επόμενης χρονιάς;

Αν και ο πρώην πρωθυπουργός με αφορμή το λανσάρισμα του βιβλίου του είχε πετύχει, αν μη τι άλλο, την επιστροφή του στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας και είχε πυκνώσει τις δημόσιες παρεμβάσεις του, δίνοντας σε όλους την αίσθηση ότι έχει επί της ουσίας βάλει και τις βάσεις για τη δημιουργία ενός νέου κόμματος με κεντροαριστερή κατεύθυνση, το τελευταίο διάστημα έχει πατήσει απότομα φρένο.

Γράφει η Έρση Παπαδάκη

Τι είναι όμως αυτό που κάνει σκεπτικό τον κ. Τσίπρα; Είναι το ρευστό σκηνικό που επικρατεί συνολικότερα στην Κεντροαριστερά και οι διαγκωνισμοί με τους πρώην συντρόφους του από τον ΣΥΡΙΖΑ;

Είναι η χαμηλή αποδοχή που έχουν οι πρωτοβουλίες και οι κινήσεις του, όπως φαίνεται από τις πρώτες δημοσκοπήσεις, και ο φόβος κατ’ επέκταση ότι το νέο κόμμα μπορεί να περάσει κάτω από τον πήχη και να χάσει αυτή την ιδιότυπη μάχη της Κεντροαριστεράς;

Είναι η κατάσταση που περιπλέκεται στον χώρο της αντιπολίτευσης με τις (υπέρμετρες) φιλοδοξίες της Μαρίας Καρυστιανού για τη δημιουργία ενός ξεκάθαρα αντικυβερνητικού κινήματος; Ή είναι απλώς οι δεύτερες σκέψεις του πρώην πρωθυπουργού που τον κάνουν διστακτικό;

Το βέβαιο είναι ότι ο χρόνος μετρά αντίστροφα και έτσι ο κ. Τσίπρας θα κληθεί σύντομα να πάρει τις οριστικές αποφάσεις του. Ακόμη κι αν οι κάλπες στηθούν στην ώρα τους την άνοιξη του 2027, όπως έχει δεσμευτεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης, απομένουν σχεδόν 16 μήνες και έτσι βρισκόμαστε ήδη άτυπα σε μια μακρά προεκλογική περίοδο κατά την οποία ο κ. Τσίπρας θα πρέπει ν’ αποφασίσει άμεσα εάν θα συμμετάσχει σ’ αυτή με την ιδιότητα του πολιτικού αρχηγού – να ιδρύσει δηλαδή έναν νέο πολιτικό φορέα του οποίου θα ηγηθεί στον δρόμο προς τις εκλογές και βέβαια θα αντιπαρατεθεί με την κυβέρνηση και τη ΝΔ.

Είναι ωστόσο ξεκάθαρο πως εκ του χαρακτήρα του ο κ. Τσίπρας θα ήθελε να πράξει κάτι τέτοιο μόνον εφόσον ηγηθεί κατά κάποιον τρόπο ενός ευρύτερου κεντροαριστερού μπλοκ και όχι απλώς να δώσει τη μάχη για να πλασαριστεί σε μια καλή θέση ανάμεσα στα διάφορα κόμματα της Αριστεράς –του ΣΥΡΙΖΑ συμπεριλαμβανομένου ασφαλώς, αλλά και της Πλεύσης Ελευθερίας της Ζωής Κωνσταντοπούλου, του ΜέΡΑ25 του Γιάνη Βαρουφάκη ή της Νέας Αριστεράς και του Κινήματος Δημοκρατίας του Στέφανου Κασσελάκη–, ενώ αστάθμητος παράγοντας παραμένει το ΠΑΣΟΚ, το οποίο αυτή τη στιγμή προβάλλει ως επικρατέστερο για τη δεύτερη θέση και ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν δείχνει διάθεση να τείνει χείρα φιλίας προς τον κ. Τσίπρα, αν και στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ υπάρχουν στελέχη, κορυφαία και μη, τα οποία θα έβλεπαν θετικά μια τέτοια προοπτική.

Ένα άλλο –παρεμφερές και μη– ζήτημα είναι αν στον δρόμο προς τις εκλογές το κόμμα αυτό και προσωπικά ο κ. Τσίπρας θα υποχρεωθούν να τοποθετηθούν στο ενδεχόμενο μετεκλογικών συνεργασιών. Σίγουρα κάτι τέτοιο θα έφερνε σε δύσκολη θέση τον πρώην πρωθυπουργό, καθώς δεν έχει εκφραστεί έως αυτή τη στιγμή ούτε θετικά ούτε αρνητικά απέναντι στο ΠΑΣΟΚ ή στα άλλα κόμματα της Αριστεράς – πλην ίσως της Πλεύσης Ελευθερίας κα του ΜέΡΑ25, των οποίων τους επικεφαλής έχει «αδειάσει» στο βιβλίο του, εξιστορώντας τη συμμετοχή τους στο κυβερνητικό σχήμα στην πρώτη περίοδο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.

Οι πρώτες δημοσκοπήσεις μετά τις γιορτές αναμένεται συνεπώς να δείξουν τις τάσεις και να κρίνουν, πιθανότατα, τις οριστικές προθέσεις του κ. Τσίπρα. Ο οποίος ωστόσο δεν αποκλείεται από εκεί που εμφανιζόταν και ο ίδιος ως… μεσσίας πριν από λίγο καιρό να κάνει δεύτερες σκέψεις και να μην προχωρήσει στη δημιουργία νέου πολιτικού φορέα τουλάχιστον έως τις εκλογές.

Τι νόημα θα είχε άλλωστε για τον ίδιο να έπαιρνε απλώς ένα 7%-8% και να βρισκόταν στην τρίτη-τέταρτη θέση, δίχως να είναι ρυθμιστής των εξελίξεων;