Στο κενό φροντίδας για βρέφη έως δύο ετών και στον ρόλο των «Νταντάδων της Γειτονιάς» αναφέρθηκε η Δόμνα Μιχαηλίδου.
Η υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας μίλησε στη συζήτηση «Αθηναϊκές οικογένειες: Μεγαλώνοντας και ανατρέφοντας παιδιά στην πρωτεύουσα», στο πλαίσιο του συνεδρίου «Διάλογοι για την Αθήνα: Από τον μύθο στη σύγχρονη πόλη», που διοργανώνεται από το ΤΟ ΒΗΜΑ, υπό την αιγίδα του ΕΚΠΑ και του Δήμου Αθηναίων, με την υποστήριξη της Περιφέρειας Αττικής και σε συνεργασία με το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών.
Στη συζήτηση συμμετείχαν επίσης η Έφη Αχτσιόγλου, ο συγγραφέας Χρήστος Χωμενίδης και η σκηνοθέτιδα και καλλιτεχνική διευθύντρια Αικατερίνη Παπαγεωργίου.
«Στα βρέφη δεν έχουμε αρκετούς σταθμούς»
Η Δόμνα Μιχαηλίδου τόνισε ότι στην προσχολική αγωγή έχουν γίνει «τεράστια βήματα», επισημαίνοντας πως έχει εξασφαλιστεί πρόσβαση σε βρεφονηπιακούς και παιδικούς σταθμούς για όλες τις τρίτεκνες οικογένειες, ενώ έχουν αυξηθεί σημαντικά τα εισοδηματικά όρια για οικογένειες με ένα ή δύο παιδιά.
Όπως είπε, αυτό έχει οδηγήσει σε «πρόσβαση σχεδόν για όλους στην προσχολική αγωγή». Αναγνώρισε, ωστόσο, ότι παραμένει σημαντικό κενό στις μικρότερες ηλικίες, σημειώνοντας ότι «στα βρέφη δεν έχουμε αρκετούς σταθμούς», μεταξύ άλλων επειδή δεν υπάρχουν αρκετά διαθέσιμα ακίνητα στο κέντρο για τη δημιουργία νέων δομών.
Σε αυτό το κενό επιχειρεί να απαντήσει το πρόγραμμα «Νταντάδες της Γειτονιάς». Σύμφωνα με την υπουργό, υπάρχουν αυτή τη στιγμή 4.000 συμφωνητικά μεταξύ νταντάδων και μητέρων, ενώ «οκτώ στις δέκα νταντάδες είναι γιαγιάδες».
Η ίδια πρόσθεσε ότι, μέχρι να αυξηθούν οι διαθέσιμες δομές, στόχος είναι να υπάρχει μια υπηρεσία που θα στηρίζει ουσιαστικά τις οικογένειες, ώστε «να μην είναι η μαμά μόνη».
Νέα κέντρα δημιουργικής απασχόλησης για παιδιά Γυμνασίου
Η υπουργός αναφέρθηκε ακόμη στη δημιουργία κέντρων δημιουργικής απασχόλησης για παιδιά ηλικίας Γυμνασίου, με αντικείμενο τα STEAM, δηλαδή τις επιστήμες, την τεχνολογία, τη μηχανική, τις τέχνες και τα μαθηματικά.
Μιλώντας και από την προσωπική της εμπειρία ως μητέρα, περιέγραψε τις δυσκολίες της καθημερινότητας στην Αθήνα, σημειώνοντας ότι ο συνδυασμός πολλών υποχρεώσεων «είναι δύσκολος και είναι πιο δύσκολος όταν έχεις ένα παιδί», καθώς η καθημερινή εξίσωση γίνεται πολύ πιο σύνθετη.
Έφη Αχτσιόγλου: «Έχουμε στεγαστική κρίση»
Στη στεγαστική κρίση και στις επιπτώσεις της στις οικογένειες επικεντρώθηκε η Έφη Αχτσιόγλου, δηλώνοντας ότι «έχουμε στεγαστική κρίση, όχι στεγαστικό πρόβλημα στην Ελλάδα» και ότι «η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων δεν τα βγάζει πέρα».
Η ίδια αναφέρθηκε στην παρουσία περίπου 16.000 Airbnb στην Αθήνα, λέγοντας ότι «αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί», αλλά και στον μεγάλο αριθμό αναξιοποίητων ακινήτων. Υποστήριξε επίσης ότι δεν υπάρχει επαρκής δημόσια πολιτική παρέμβασης και ότι η επιδότηση ενοικίου δεν έχει προσαρμοστεί στον πληθωρισμό, εκτιμώντας πως «το πρόβλημα είναι της προσφοράς ακινήτων».
Παράλληλα, έθεσε και το ζήτημα της επάρκειας των βρεφονηπιακών και βρεφικών σταθμών, σημειώνοντας ότι παραμένει σταθερό θέμα συζήτησης με οικογένειες και μητέρες, ενώ στην πράξη μεγάλο μέρος του κενού του κοινωνικού κράτους καλύπτεται από παππούδες και γιαγιάδες.
Χωμενίδης: Περισσότερη στήριξη από την ευρύτερη οικογένεια
Ο Χρήστος Χωμενίδης έδωσε έμφαση στη συμμετοχή της ευρύτερης οικογένειας και του κοινωνικού περίγυρου στη φροντίδα των παιδιών.
«Να απαλλαγούμε από τον γελοίο μοντερνισμό και να ανοιχτούμε σε παππούδες, γιαγιάδες, φίλους, γείτονες», είπε, υποστηρίζοντας ότι το βάρος της ανατροφής δεν πρέπει να επωμίζεται αποκλειστικά η πυρηνική οικογένεια.
Σε επίπεδο δημόσιας πολιτικής, υπογράμμισε ότι προτεραιότητα πρέπει να έχουν οι μονογονεϊκές οικογένειες, οι οικογένειες χαμηλού εισοδήματος και όσες έχουν παιδιά με αναπηρία.
Παπαγεωργίου: «Αγώνας επιβίωσης» το μεγάλωμα παιδιού στην Αθήνα
Η Αικατερίνη Παπαγεωργίου στάθηκε στις δυνατότητες που προσφέρει η Αθήνα, αλλά και στο κατά πόσο μια οικογένεια μπορεί πράγματι να τις αξιοποιήσει.
Χαρακτήρισε «αγώνα επιβίωσης» το μεγάλωμα ενός παιδιού στην πρωτεύουσα, επισημαίνοντας τις δυσκολίες στις μετακινήσεις, την κατάσταση των παιδικών χαρών και την έλλειψη δημόσιων χώρων όπου τα παιδιά μπορούν να αισθάνονται ασφαλή.
Όπως τόνισε, η τέχνη και ο πολιτισμός «πρέπει να είναι δικαίωμα στη ζωή των παιδιών».
Κλείνοντας, έθεσε το ζήτημα της σχέσης του παιδιού με την ίδια την πόλη, σημειώνοντας ότι πρέπει να εξεταστεί πώς η Αθήνα μπορεί να γίνει πραγματικά φιλική για τις οικογένειες, ώστε το παιδί «όχι μόνο να επιβιώνει, αλλά να ανήκει σε αυτή την πόλη».