Σε μια ιδιαίτερα οξεία επίθεση κατά της κυβέρνησης προχώρησε ο πρόεδρος της ΕΛ.Α.Σ., Αλέξης Τσίπρας, υποστηρίζοντας ότι δημιουργεί εσκεμμένα υπερπλεονάσματα, προκειμένου να μοιράζει στη συνέχεια «φιλοδωρήματα» και να «εξαγοράζει ψήφους» λίγο πριν από τις εκλογές.

Η κριτική για την ακρίβεια, την ενέργεια και τη φορολογία είναι αυτονόητη. Η αναφορά σε «εξαγορά ψήφων», όμως, ξεπερνά την αντιπαράθεση για την οικονομική πολιτική. Για να εξαγοραστεί μια ψήφος πρέπει να θεωρεί κανείς ότι υπάρχει και ψηφοφόρος πρόθυμος να την πουλήσει.

Κάπως έτσι, στην προσπάθειά του να πλήξει την κυβέρνηση, ο κ. Τσίπρας καταλήγει να εμφανίζει τους πολίτες περίπου ως αργυρώνητους, έτοιμους να ανταλλάξουν την πολιτική τους επιλογή με μια οικονομική ενίσχυση.

Όταν το μέρισμα ήταν κοινωνική πολιτική

Το μεγαλύτερο πρόβλημα για την επιχειρηματολογία του κ. Τσίπρα βρίσκεται, πάντως, στο ίδιο το κυβερνητικό παρελθόν του. Η περίοδος 2015-2019 συνδέθηκε με υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, μεγάλη φορολογική επιβάρυνση και διανομή μέρους της δημοσιονομικής υπεραπόδοσης μέσω έκτακτων παροχών.

Το 2016 η κυβέρνησή του διένειμε έκτακτη ενίσχυση στους χαμηλοσυνταξιούχους. Ακολούθησαν τα κοινωνικά μερίσματα, τα οποία η τότε κυβέρνηση παρουσίαζε ως έμπρακτη κοινωνική αναδιανομή. Τότε δεν επρόκειτο για «φιλοδωρήματα». Ούτε, βεβαίως, για «εξαγορά ψήφων», ήταν κοινωνική πολιτική.

Σήμερα, η ίδια βασική λογική, η αξιοποίηση δηλαδή πρόσθετου δημοσιονομικού χώρου για τη στήριξη των πολιτών, περιγράφεται από τον πρώην πρωθυπουργό με εντελώς διαφορετικούς όρους.

Ο Τσίπρας επικαλείται αυτό που καταγγέλλει

Ακόμη μεγαλύτερη αντίφαση προκαλεί το γεγονός ότι ο ίδιος ο κ. Τσίπρας επέλεξε να θυμίσει την πολιτική του 2016.

«Εγώ το 2016 δεν ρώτησα τον Σόιμπλε, σε μνημόνιο ήμασταν, και έδωσα χρήματα για τους συνταξιούχους», ανέφερε, παρουσιάζοντας εκείνη την απόφαση ως απόδειξη πολιτικής αποφασιστικότητας.

Με άλλα λόγια, χρησιμοποίησε ως επιχείρημα υπέρ του μια έκτακτη οικονομική παροχή που χρηματοδοτήθηκε από τη δημοσιονομική υπεραπόδοση, ενώ ταυτόχρονα καταγγέλλει τη σημερινή κυβέρνηση επειδή επιστρέφει πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο στους πολίτες.

Η διαφοροποίηση είναι βολική: όταν τα χρήματα μοιράζονταν από τη δική του κυβέρνηση, επρόκειτο για κοινωνική αναδιανομή. Όταν τα διαθέτει η σημερινή κυβέρνηση, μετατρέπονται σε «φιλοδώρημα».

Τα υπερπλεονάσματα έχουν ιστορία

Ο κ. Τσίπρας επιχείρησε να απαντήσει και σε αυτή την προφανή αντίφαση, υποστηρίζοντας ότι επί της δικής του διακυβέρνησης τα πλεονάσματα υπηρετούσαν τον εθνικό στόχο της εξόδου από τα μνημόνια.

Η εξήγηση δεν εξαφανίζει το ιστορικό της περιόδου. Η κυβέρνησή του επέλεξε μια δημοσιονομική πολιτική που στηρίχθηκε σε μεγάλη φορολογική επιβάρυνση και συστηματική υπέρβαση των στόχων, μέρος της οποίας επέστρεφε στη συνέχεια στην κοινωνία με έκτακτες ενισχύσεις.

Επομένως, ο πρώην πρωθυπουργός μπορεί να αμφισβητεί το σημερινό μείγμα οικονομικής πολιτικής, δύσκολα όμως μπορεί να παρουσιάζει την υπέρβαση των στόχων και την επιστροφή χρημάτων ως κάποια πρωτοφανή κυβερνητική μεθόδευση. Την έχει εφαρμόσει ο ίδιος.

«Τα λεφτά είναι στα ταμεία»

Απλουστευτική ήταν και η προσέγγισή του για τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο. Ο κ. Τσίπρας χαρακτήρισε περίπου προσχηματικό το ερώτημα «πού θα βρεθούν τα λεφτά», λέγοντας ότι «τα έχει βρει στα ταμεία τα δημόσια» και ζητώντας να κατευθυνθούν άμεσα στην οικονομία.

Η ύπαρξη πρόσθετων εσόδων, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε ευρώ μπορεί αυτομάτως να μετατραπεί σε νέα δαπάνη. Υπάρχουν ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες, όρια στην αύξηση των δαπανών, ανάγκη εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους και, κυρίως, ανάγκη διατήρησης της αξιοπιστίας της ελληνικής οικονομίας.

Ένας πρώην πρωθυπουργός που κυβέρνησε μέσα σε μνημονιακό καθεστώς γνωρίζει πολύ καλά ότι η δημοσιονομική πολιτική δεν λειτουργεί με τη λογική «υπάρχουν χρήματα στο ταμείο, άρα μοιράζονται».

Η μνήμη είναι το δύσκολο σημείο

Ο Αλέξης Τσίπρας έχει κάθε δικαίωμα να ζητά περισσότερα μέτρα για την ενέργεια, τους μεταφορείς, τους αγρότες ή τα νοικοκυριά. Όπως έχει κάθε δικαίωμα να θεωρεί ότι η κυβέρνηση θα μπορούσε να αξιοποιήσει διαφορετικά τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο.

Η σημερινή του επίθεση, όμως, σκοντάφτει στη δική του κυβερνητική διαδρομή. Ο πολιτικός που σήμερα καταγγέλλει τα υπερπλεονάσματα κυβέρνησε με υπερπλεονάσματα. Ο πολιτικός που μιλά για «φιλοδωρήματα» μοίραζε κοινωνικά μερίσματα. Και ο πολιτικός που καταγγέλλει «εξαγορά ψήφων» επικαλείται με υπερηφάνεια τις έκτακτες παροχές που έκανε ο ίδιος όταν βρισκόταν στο Μέγαρο Μαξίμου.

Οι αντιφάσεις αυτές αρκούν από μόνες τους. Όπως αρκεί και μία τελευταία παρατήρηση: οι πολίτες μπορούν να πάρουν μια ενίσχυση, να κρίνουν την κυβέρνηση και τελικά να την καταψηφίσουν. Η ψήφος τους δεν συνοδεύεται από τιμοκατάλογο.