Σε νέα φάση έντασης εισέρχονται το 2026 οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρώπης, μετά την ανακοίνωση του Προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ για την επιβολή κλιμακωτών δασμών σε οκτώ ευρωπαϊκές χώρες.
Η απόφαση συνδέεται άμεσα με την απαίτηση της Ουάσιγκτον για επίτευξη συμφωνίας σχετικά με την αγορά της Γροιλανδίας από τις ΗΠΑ, προσδίδοντας στη διαμάχη έντονη γεωπολιτική διάσταση.
Οι δασμοί ξεκινούν από 10% την 1η Φεβρουαρίου και προβλέπεται να αυξηθούν στο 25% την 1η Ιουνίου, εφόσον δεν επιτευχθεί συμφωνία για την αγορά της Γροιλανδίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο στόχαστρο βρίσκονται χώρες-κλειδιά της ευρωπαϊκής οικονομίας, όπως η Γερμανία και η Γαλλία, ενώ έξι από τις οκτώ χώρες που επηρεάζονται είναι κράτη-μέλη της ΕΕ. Η σύνδεση ενός εμπορικού μέτρου με ένα τόσο ευαίσθητο γεωστρατηγικό ζήτημα προκαλεί έντονες αντιδράσεις στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, καθώς μετατρέπει το εμπόριο σε εργαλείο πολιτικού εκβιασμού.
Στην πράξη, η αποτελεσματικότητα των δασμών παραμένει αμφίβολη, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργεί ως Κοινή Αγορά και επιτρέπει την ανακατεύθυνση εμπορικών ροών μέσω κρατών που δεν περιλαμβάνονται στη λίστα των στοχευμένων χωρών. Παράλληλα, στις Βρυξέλλες υπενθυμίζεται ότι η ΕΕ διαθέτει και το δικό της θεσμικό αντίμετρο, τη λεγόμενη «εμπορική μπαζούκα», επίσημα γνωστή ως Πράξη Κατά του Εξαναγκασμού. Πρόκειται για ένα εργαλείο που επιτρέπει την επιβολή ευρέος φάσματος εμπορικών και επενδυτικών περιορισμών σε χώρες που επιχειρούν να επιβάλουν τη θέλησή τους στην Ένωση, αν και θεωρείται έσχατη λύση λόγω των σοβαρών οικονομικών συνεπειών που θα είχε και για την ίδια την ευρωπαϊκή οικονομία.
Οι εξελίξεις αυτές έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με τη συμφωνία που υπεγράφη τον Ιούλιο του 2025 και είχε παρουσιαστεί ως σημείο καμπής στις διατλαντικές σχέσεις. Τότε, ΗΠΑ και ΕΕ είχαν συμφωνήσει σε ένα δασμολογικό ταβάνι 15% για τα περισσότερα ευρωπαϊκά προϊόντα, αποτρέποντας την επιβολή πολύ υψηλότερων δασμών, ενώ η Ευρώπη είχε δεσμευτεί για μαζικές αγορές αμερικανικής ενέργειας αξίας 250–750 δισ. δολαρίων ετησίως έως το 2028 και ευρωπαϊκές επενδύσεις ύψους 600 δισ. δολαρίων στην αμερικανική οικονομία.
Πίσω από τους δασμούς και τις δημόσιες δηλώσεις, ωστόσο, βρίσκεται ένας παράγοντας πολύ μεγαλύτερης βαρύτητας: το αμερικανικό δημόσιο χρέος. Στις αρχές του 2026, το χρέος των ΗΠΑ ξεπερνά τα 38 τρισεκατομμύρια δολάρια. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία (Ιανουάριος 2026), οι ευρωπαϊκές χώρες κατέχουν συνολικά αμερικανικά ομόλογα και μετοχές αξίας περίπου 8-10 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση μαζί με το Ηνωμένο Βασίλειο κατέχουν μαζί περίπου 2,34 τρισεκατομμύρια δολάρια σε κρατικά ομόλογα των ΗΠΑ (U.S. Treasuries).
Η Ευρώπη παραμένει έτσι ένας από τους μεγαλύτερους πιστωτές της Ουάσιγκτον, γεγονός που της προσδίδει μια σιωπηλή αλλά ουσιαστική επιρροή.
Θεωρητικά, η Ευρώπη θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτή την οικονομική δύναμη ως μοχλό πίεσης, περιορίζοντας τις αγορές ή προχωρώντας σε πωλήσεις αμερικανικών ομολόγων. Μια τέτοια κίνηση θα αύξανε το κόστος δανεισμού των ΗΠΑ και θα μπορούσε να προκαλέσει αναταραχή στις διεθνείς αγορές. Στην πράξη, όμως, το «όπλο» του χρέους είναι εξαιρετικά επικίνδυνο, καθώς τα αμερικανικά ομόλογα αποτελούν θεμέλιο του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος και η αποσταθεροποίησή τους θα έπληττε σοβαρά και την ίδια την Ευρώπη.
Η μαζική πώληση ομολόγων θα οδηγούσε σε απώλειες για ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες και θεσμικούς επενδυτές, ενώ θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια ευρύτερη κρίση εμπιστοσύνης. Επιπλέον, η Ευρώπη δεν κατέχει πλειοψηφικό ποσοστό του αμερικανικού χρέους, γεγονός που περιορίζει την αποτελεσματικότητα ενός τέτοιου μέτρου και αυξάνει τον κίνδυνο ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.
Υπό αυτές τις συνθήκες, τόσο η «εμπορική μπαζούκα» της ΕΕ όσο και το όπλο του αμερικανικού χρέους λειτουργούν κυρίως ως μέσα αποτροπής και διαπραγματευτικής πίεσης και όχι ως εργαλεία άμεσης σύγκρουσης. Το 2026, η διατλαντική αντιπαράθεση μοιάζει λιγότερο με έναν ανοιχτό εμπορικό πόλεμο και περισσότερο με ένα παιχνίδι ισχύος, όπου το πραγματικό ζητούμενο είναι ποιος θα καταφέρει να επιβάλει τους όρους του, χωρίς να αναγκαστεί να τραβήξει τη σκανδάλη.
* Ο Χρήστος Κουπελίδης είναι Οικονομολόγος & Σύμβουλος Στρατηγικής Ανάπτυξης


