Η «Ατζέντα 2030» προβάλλεται ως στρατηγικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων για ανάπτυξη, παραγωγικότητα, θεσμική αναβάθμιση και ενίσχυση της διεθνούς θέσης της χώρας.
Στο επίκεντρο της πολιτικής ατζέντας της κυβέρνησης τίθεται ο σχεδιασμός για την επόμενη δεκαετία, με τον Κωστή Χατζηδάκη να αναλαμβάνει τον συντονισμό της «Ατζέντας 2030», ενός πλαισίου που φιλοδοξεί να αποτυπώσει τις βασικές προτεραιότητες της Νέας Δημοκρατίας για την οικονομία, τους θεσμούς και τον ρόλο της χώρας στο διεθνές περιβάλλον. Η πρωτοβουλία εντάσσεται σε μια προσπάθεια ανανέωσης του κυβερνητικού αφηγήματος μετά από χρόνια διακυβέρνησης, με έμφαση στη μετάβαση προς ένα πιο παραγωγικό αναπτυξιακό μοντέλο, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και την αξιοποίηση των τεχνολογικών εξελίξεων, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, ενώ παράλληλα δίνεται βαρύτητα σε ζητήματα κοινωνικής συνοχής, δημογραφικών προκλήσεων και θεσμικού εκσυγχρονισμού, στο πλαίσιο μιας συνολικής στρατηγικής που επιχειρεί να συνδέσει την οικονομική πολιτική με τις μακροπρόθεσμες ανάγκες της χώρας.
Η απόφαση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη να αναθέσει στον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης τον συντονισμό της σύνταξης του κυβερνητικού προγράμματος της Νέας Δημοκρατίας, της «Ατζέντας 2030», «δεν είναι μόνο τιμή», γράφει σε σχετική ανάρτησή του ο Kωστής Χατζηδάκης.
Γιατί είναι σημαντική
Και προσθέτει: «Είναι σημαντική, πρώτον, διότι μου αρέσει να καταπιάνομαι με τις προκλήσεις του μέλλοντος και να μην αναλίσκομαι απλώς σε θέματα καθημερινής πολιτικής διαμάχης. Δεύτερον, διότι το πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας, μετά από 7 χρόνια διακυβέρνησης, πρέπει να κάνει σαφές σε όλους ότι υπάρχουν, πράγματι, νέες ιδέες και ρεαλιστικές λύσεις, προσαρμοσμένες στις ανάγκες της σημερινής εποχής. Δεν θα πάρουμε ψήφο ευγνωμοσύνης, αλλά ψήφο ρεαλιστικής ελπίδας και προοπτικής. Και τρίτον, διότι, αν η Νέα Δημοκρατία δεν έχει ένα σύγχρονο και αξιόπιστο πρόγραμμα, φοβάμαι ότι με το σημερινό πολιτικό σκηνικό δεν θα έχει κανένα κόμμα, με ό,τι θα σημαίνει αυτό για τη χώρα μας.
Θέλω να υπογραμμίσω ότι, ενώ εμείς συζητούμε για την Ελλάδα του 2030, η αντιπολίτευση έχει αποφασίσει οι επόμενες εκλογές να διεξαχθούν μέσα σε ένα κλίμα εμφύλιου πετροπόλεμου, τοξικότητας και ακατάσχετης παροχολογίας. ‘Αλλοι διακινούν ψεκασμένες θεωρίες. ‘Αλλοι τάζουν 20 μισθούς και 25 συντάξεις. Και φτάνουμε στο σημείο να βλέπουμε έναν πρώην Πρωθυπουργό να δηλώνει με περηφάνια πως ήταν λάθος του που δεν έκλεισε τις τράπεζες από την πρώτη ημέρα της θητείας του. Για να επέστρεφε δηλαδή η χώρα στη νεολιθική εποχή!».
Συνεχίζοντας, τονίζει «η δική μας απάντηση θα είναι η “Ατζέντα 2030”:
Από εδώ και πέρα, έχουμε υποχρέωση, να κρατήσουμε τα σωστά, να διορθώσουμε τα λάθη και σε κάθε περίπτωση να ανεβάσουμε ταχύτητες. Διότι ο κόσμος αλλάζει διαρκώς. Και μέσα σε αυτό το διεθνές περιβάλλον, η κατάρτιση ενός ρεαλιστικού, αλλά ταυτόχρονα φιλόδοξου κυβερνητικού προγράμματος δεν είναι μια κομματική άσκηση. Είναι πολύ περισσότερο μια υποχρέωση απέναντι στις Ελληνίδες και τους Έλληνες που δικαιούνται ένα ακόμη καλύτερο μέλλον.
Το πρόγραμμά μας θα δίνει έμφαση σε τρία πράγματα: Στην ανάγκη για μια πιο παραγωγική Ελλάδα, με πιο δίκαια διάχυση του εισοδήματος. Αν η έμφαση μέχρι τώρα ήταν δημοσιονομική σταθερότητα και φιλοεπενδυτική προσέγγιση, από εδώ και στο εξής η έμφαση θα είναι παραγωγικότητα, ανταγωνιστικότητα, ίσες ευκαιρίες και ουσιαστική στήριξη αυτών που πράγματι έχουν ανάγκη. Με έμφαση στον θεσμό της οικογένειας, καθώς με την οικογένεια συνδέονται το δημογραφικό και το στεγαστικό πρόβλημα. Στόχος είναι να μπορούμε εργαζόμενοι το ίδιο να παράγουμε περισσότερα, αξιοποιώντας και σύγχρονα τεχνολογικά εργαλεία, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η έρευνα και η τεχνολογία. Αλλά και μην ξεχνώντας ποτέ ότι υπάρχουν συμπολίτες μας που έχουν μείνει πίσω και παιδιά στην επαρχία, και ειδικά σε ορεινές περιοχές και στα νησιά, που αξίζουν ίσες ευκαιρίες με τα παιδιά στις πόλεις. Το μονοπώλιο της κοινωνικής ευαισθησίας δεν θα το χαρίσουμε σε κανένα!», διαμηνύει και εξειδικεύει:
«Το πρόγραμμά μας θα δίνει, επίσης, μεγάλη έμφαση σε ένα πιο σύγχρονο κράτος με διαφανή λειτουργία. Η επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση μάς προσφέρει μια μεγάλη ευκαιρία για θεσμική επανεκκίνηση. Με μεγάλες αλλαγές στο Σύνταγμα μας: Μεταξύ άλλων, με αναθεώρηση του άρθρου 86 για να κρίνονται οι ευθύνες των πολιτικών από τη Δικαιοσύνη κι όχι από τη Βουλή. Με επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων, χωρίς τη μέχρι σήμερα παρέμβαση των κυβερνήσεων για καλύτερη εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Με παρεμβάσεις που θα εκσυγχρονίζουν το εκλογικό σύστημα και θα κάνουν πιο διαφανή τη λειτουργία των κομμάτων στα οικονομικά τους και στην εσωκομματική δημοκρατία. Με εισαγωγή στο Σύνταγμα της αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων και σύνδεσής της με την άρση της μονιμότητας.
Και βεβαίως, σε μια εποχή γεωπολιτικών αναταράξεων και διεθνούς αβεβαιότητας, η χώρα χρειάζεται να ενισχύσει ακόμη περισσότερο την αποτρεπτική της ισχύ, τη διπλωματική της παρουσία και τον ρόλο της ως πυλώνα σταθερότητας στην περιοχή. Χρειάζεται να αξιοποιήσει τη θέση της ως ενεργειακού κόμβου της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, να πρωταγωνιστήσει στα νέα δίκτυα ενέργειας, μεταφορών και δεδομένων και να διασφαλίσει ότι η φωνή της θα ακούγεται με ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα στην Ευρώπη και διεθνώς.
Το 2030 δεν είναι μια τυχαία χρονολογία. Είναι η χρονιά που η πατρίδα μας θα συμπληρώνει 200 χρόνια από την ίδρυση του Νεοελληνικού κράτους. Το ερώτημα είναι αν θα φτάσουμε σε αυτό το ιστορικό ορόσημο έχοντας κάνει ένα ακόμη μεγάλο βήμα μπροστά ή αν θα έχουμε χάσει μια ακόμη ευκαιρία, επιβεβαιώνοντας ότι δεν βγήκε τυχαία από αυτή εδώ τη χώρα ο μύθος του Σισύφου.
Με την πατρίδα μας δεν παίζουμε. Και το πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας είναι μια ευκαιρία να δείξουμε ότι δίκαια η πλειοψηφία των πολιτών εναποθέτει τις ελπίδες της στη Νέα Δημοκρατία και τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Όχι διότι δεν έχουμε κάνει λάθη. Αλλά διότι λέμε λιγότερα από τους άλλους, επιδιώκοντας να τα κάνουμε όλα. Ότι επιμείνουμε σε μια σχέση ειλικρίνειας με τους πολίτες. Κι ότι η Νέα Δημοκρατία είναι μια πολιτική δύναμη που, συντονισμένη με τις διεθνείς, οικονομικές και τεχνολογικές, εξελίξεις, προσφέρει σύγχρονες και ρεαλιστικές λύσεις, ενώ οι αντίπαλοι μας, δημαγωγία και τοξικότητα.
Ξεκινάμε, λοιπόν, τη δουλειά για την Ελλάδα του 2030!», καταλήγει.