Σχεδόν ισόπαλοι εμφανίζονται ο Λούλα ντα Σίλβα και ο Φλάβιο Μπολσονάρου, δύο ημέρες πριν από τον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών στη Βραζιλία.

Η αναμέτρηση της Κυριακής 25 Οκτωβρίου εξελίσσεται σε εξαιρετικά αμφίρροπη μάχη, με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις να καταγράφουν μικρές διαφορές μεταξύ του αριστερού εν ενεργεία προέδρου Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα και του δεξιού αντιπάλου του, γερουσιαστή Φλάβιο Μπολσονάρου.

bolsonaro.jpg

Τρεις έρευνες της προηγούμενης εβδομάδας έδιναν οριακό προβάδισμα στον Μπολσονάρου, ενώ το ινστιτούτο PoderData κατέγραψε απόλυτη ισοπαλία, με 50% για κάθε υποψήφιο. Ανάλογη εικόνα προκύπτει από τη νεότερη δημοσκόπηση της Datafolha, που δημοσιοποιήθηκε στις 22 Οκτωβρίου και εμφανίζει επίσης τους δύο αντιπάλους ισόπαλους στους έγκυρους ψήφους.

Οι αριθμοί παραπέμπουν στη σκληρή αναμέτρηση του 2022, όταν ο Λούλα είχε επικρατήσει με 50,9% απέναντι στον πρώην πρόεδρο Ζαΐρ Μπολσονάρου, πατέρα του σημερινού υποψηφίου, ο οποίος πλέον βρίσκεται στη φυλακή για την υπόθεση της απόπειρας πραξικοπήματος.

Η ανατροπή του πρώτου γύρου και η συρρίκνωση του Κέντρου

Ο Φλάβιο Μπολσονάρου είχε επικρατήσει απροσδόκητα στον πρώτο γύρο της 4ης Οκτωβρίου, συγκεντρώνοντας περίπου 47%, έναντι 45% του Λούλα. Η επιτυχία του συνοδεύτηκε από σημαντική ενίσχυση του δεξιού στρατοπέδου στο Κογκρέσο, κυρίως εις βάρος των κομμάτων του μετριοπαθούς Κέντρου.

lula-da-silva.jpg

Τις ημέρες που ακολούθησαν, δημοσκοπήσεις κατέγραφαν διαφορά υπέρ του Μπολσονάρου που έφθανε ακόμη και τις έξι ποσοστιαίες μονάδες. Ωστόσο, ο Λούλα ανέκτησε μέρος της χαμένης δυναμικής του, οργανώνοντας μεγάλες προεκλογικές συγκεντρώσεις σε ολόκληρη τη χώρα και ανανεώνοντας την παρουσία του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Αντίθετα, ο γερουσιαστής είχε περιορίσει για ένα διάστημα τις δημόσιες εμφανίσεις του, καθώς τα ευνοϊκά δημοσκοπικά ευρήματα δημιουργούσαν την εντύπωση μιας ισχυρής προεκλογικής θέσης. Η μεταβολή των ποσοστών τον οδήγησε να εντατικοποιήσει εκ νέου την εκστρατεία του, κινητοποιώντας τους υποστηρικτές του με συγκεντρώσεις σε διαφορετικές περιοχές της Βραζιλίας.

Πίσω από την αντιπαράθεση των δύο υποψηφίων βρίσκεται η βαθιά πολιτική πόλωση που χαρακτηρίζει τη χώρα εδώ και περίπου μία δεκαετία.

Ο πολιτικός επιστήμονας Μάρκο Αουρέλιο Νογκέιρα, μιλώντας στη Deutsche Welle, υποστηρίζει ότι η κυριαρχία του λουλισμού και του μπολσοναρισμού έχει περιορίσει δραστικά τον πολιτικό χώρο για εναλλακτικές δυνάμεις.

«Η πόλωση ανάμεσα στον Λούλα και τον μπολσοναρισμό έχει παγώσει τη βραζιλιάνικη πολιτική και οτιδήποτε δεν ανήκε στον έναν ή στον άλλο πόλο έχει εξαφανιστεί», επισημαίνει.

Κατά τον ίδιο, καθοριστικό ρόλο στη διαιώνιση αυτής της κατάστασης διαδραματίζουν τα κοινωνικά δίκτυα, καθώς «οι αλγόριθμοι ζουν από τη σύγκρουση και επιβραβεύουν την αναστάτωση». Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η δυνατότητα ανάπτυξης ενός αξιόπιστου τρίτου πολιτικού πόλου περιορίζεται σημαντικά.

Το πιο μετριοπαθές προφίλ του Φλάβιο Μπολσονάρου

Σύμφωνα με τον Μάρκο Αουρέλιο Νογκέιρα, ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της φετινής αναμέτρησης είναι η διαφορετική δημόσια εικόνα του 45χρονου Φλάβιο Μπολσονάρου σε σύγκριση με εκείνη του πατέρα του στις εκλογές του 2022.

«Ο Ζαΐρ Μεσίας Μπολσονάρου ήταν μία τραχιά, ρητορικά επιθετική προσωπικότητα. Ο Φλάβιο Μπολσονάρου, αντιθέτως, εμφανίζεται πιο μετριοπαθής και ανανεώνει την αισθητική εικόνα του μπολσοναρισμού. Επικοινωνεί επιδέξια, αναρτά καλοφτιαγμένα βίντεο και αναφέρεται επίσης σε εργασιακά ζητήματα, όπως η καθιέρωση της πενθήμερης εβδομάδας εργασίας», εξηγεί ο πολιτικός επιστήμονας.

Η προσπάθεια διεύρυνσης της απήχησης του γερουσιαστή αποτυπώνεται και στη μετατόπιση των θέσεών του σε ζητήματα εργασιακής και δημοσιονομικής πολιτικής.

Η πρόταση του Λούλα για μείωση του νόμιμου εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας αποτέλεσε σημαντικό στοιχείο της προεκλογικής του εκστρατείας, προσελκύοντας το ενδιαφέρον εργαζομένων που διεκδικούν καλύτερες συνθήκες απασχόλησης.

Ο Φλάβιο Μπολσονάρου, ο οποίος αρχικά αντιτασσόταν στη σχετική μεταρρύθμιση, αναθεώρησε τη στάση του και την περασμένη εβδομάδα ψήφισε υπέρ της καθιέρωσης πενθήμερης εργασίας. Η αλλαγή συνέπεσε με τη δημοσκοπική ανάκαμψη του αντιπάλου του, ενώ ο ίδιος έχει υιοθετήσει ηπιότερη επιχειρηματολογία και σε θέματα δημοσιονομικής διαχείρισης.

Οι αλληλοκατηγορίες για διαφθορά και η κόπωση των ψηφοφόρων

Η αντιπαράθεση των δύο πολιτικών στρατοπέδων χαρακτηρίζεται επίσης από επαναλαμβανόμενες καταγγελίες για σκάνδαλα και διαφθορά, οι οποίες έχουν κυριαρχήσει σε σημαντικό μέρος της προεκλογικής συζήτησης.

Ο Νογκέιρα εκτιμά ότι οι συνεχείς αλληλοκατηγορίες έχουν περιορισμένη πλέον αποτελεσματικότητα, καθώς μεγάλο μέρος των πολιτών εμφανίζεται εξοικειωμένο με αυτού του είδους την πολιτική σύγκρουση.

«Υπάρχουν συνεχώς αναφορές για σκάνδαλα και αμοιβαίες κατηγορίες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η επίδρασή τους στην προεκλογική εκστρατεία ουσιαστικά να αλληλοεξουδετερώνεται. Ο μέσος ψηφοφόρος κλείνει τα αυτιά του και δεν αποδίδει πλέον μεγάλη σημασία σε αυτές τις κατηγορίες όταν αποφασίζει τι θα ψηφίσει», επισημαίνει.

Κατά την ανάλυσή του, η εξάντληση των ψηφοφόρων από τις προσωπικές επιθέσεις ενδέχεται να μεταφέρει μεγαλύτερο βάρος στον τρόπο με τον οποίο οι υποψήφιοι παρουσιάζουν τις θέσεις τους και διαχειρίζονται τη δημόσια αντιπαράθεση.

Το τελευταίο ντιμπέιτ πριν από τις κάλπες της Κυριακής

Οι δύο αντίπαλοι συμμετείχαν την περασμένη Κυριακή 18 Οκτωβρίου στην πρώτη τηλεοπτική τους αναμέτρηση ενόψει του δεύτερου γύρου, με τη συζήτηση να χαρακτηρίζεται από έντονες προσωπικές αντιπαραθέσεις.

Το δεύτερο και τελευταίο τηλεοπτικό ντιμπέιτ έχει προγραμματιστεί για την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου, μόλις δύο ημέρες πριν από την προσέλευση των Βραζιλιάνων στις κάλπες.

Σύμφωνα με πολιτικούς αναλυτές, ιδιαίτερη σημασία θα έχει η ικανότητα των δύο υποψηφίων να διατηρήσουν την ψυχραιμία τους, αποφεύγοντας εκρήξεις και συγκρούσεις που θα μπορούσαν να επισκιάσουν την παρουσίαση των πολιτικών τους προτάσεων.

Οι εκτιμήσεις αυτές δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα στη δημόσια εικόνα και στη συμπεριφορά των μονομάχων παρά σε ενδεχόμενες νέες προγραμματικές εξαγγελίες, καθώς οι πολιτικές τους διαφορές έχουν ήδη αναδειχθεί σε όλη τη διάρκεια της εκστρατείας.

Με τις δημοσκοπικές αποκλίσεις να παραμένουν μικρές και την πολιτική πόλωση να κυριαρχεί, η Βραζιλία εισέρχεται στην τελική ευθεία των προεδρικών εκλογών, με το τελευταίο ντιμπέιτ να αποτελεί την τελική μεγάλη δημόσια αναμέτρηση των δύο υποψηφίων πριν από την ψηφοφορία.