Η BP ανακοίνωσε τα κέρδη για το πρώτο τρίμηνο του έτους, επωφελούμενη από την άνοδο των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.

Η βρετανική πετρελαϊκή κατέγραψε υποκείμενα κέρδη αντικατάστασης ύψους 3,2 δισ. δολαρίων, ξεπερνώντας τις εκτιμήσεις των αναλυτών που τοποθετούνταν στα 2,63 δισ., σύμφωνα με στοιχεία της LSEG.

Η BP απέδωσε την επίδοση αυτή σε «εξαιρετικά» αποτελέσματα στο trading πετρελαίου και σε ισχυρή δραστηριότητα στον τομέα μεταφοράς και αποθήκευσης (midstream). Συγκριτικά, τα καθαρά κέρδη της είχαν διαμορφωθεί σε 1,38 δισ. δολάρια το αντίστοιχο περσινό διάστημα και σε 1,54 δισ. δολάρια το τελευταίο τρίμηνο του 2025.

Η διευθύνουσα σύμβουλος Μεγκ Ο’Νιλ δήλωσε ότι η εταιρεία συνεχίζει να παρουσιάζει ισχυρή λειτουργική και οικονομική απόδοση, σημειώνοντας πρόοδο προς τους στόχους του 2027.

Η ενίσχυση των αποτελεσμάτων έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι ενεργειακές εταιρείες καταγράφουν άνοδο στις μετοχές τους, καθώς οι τιμές των ορυκτών καυσίμων εκτοξεύθηκαν μετά την έναρξη της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου.

Οι σοβαρές διαταραχές στα Στενά του Ορμούζ έχουν χαρακτηριστεί από τον Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας ως η μεγαλύτερη απειλή ενεργειακής ασφάλειας στην ιστορία.

Η μετοχή της BP έχει ανακάμψει σημαντικά τον τελευταίο χρόνο, σημειώνοντας άνοδο άνω του 32% μέσα στο 2026, γεγονός που την κατατάσσει μεταξύ των κορυφαίων εταιρειών του κλάδου, πίσω μόνο από τη TotalEnergies.

Ωστόσο, το καθαρό χρέος της εταιρείας αυξήθηκε στα 25,3 δισ. δολάρια στο τέλος του πρώτου τριμήνου, από 22,18 δισ. στο τέλος του 2025. Η BP στοχεύει στη μείωσή του σε επίπεδα μεταξύ 14 και 18 δισ. δολαρίων έως το τέλος του επόμενου έτους.

Για το υπόλοιπο του 2026, η εταιρεία εκτιμά ότι η παραγωγή στον τομέα εξόρυξης θα μειωθεί λόγω προγραμματισμένων εργασιών συντήρησης και των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή, διατηρώντας παράλληλα το επενδυτικό της πλάνο μεταξύ 13 και 13,5 δισ. δολαρίων.

Την ίδια στιγμή, η διοίκηση της BP βρίσκεται αντιμέτωπη με δυσαρέσκεια επενδυτών, μετά από «ανταρσία» μετόχων στη γενική συνέλευση, όπου απορρίφθηκαν προτάσεις για αλλαγές στη διακυβέρνηση και τη διαφάνεια σε θέματα κλίματος.