«Η ιστορική μνήμη να μη μας αποκόψει από την πραγματικότητα» λέει στο «Μανιφέστο» ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Αρμενίας.

Μετά την ήττα της Αρμενίας στον Δεύτερο Πόλεμο του Ναγκόρνο Καραμπάχ (Νοέμβριος 2020) και την εξ ολοκλήρου απώλεια της ομώνυμης περιοχής το 2023, που αν και ήταν διεθνώς αναγνωρισμένη ως τμήμα της επικράτειας του Αζερμπαϊτζάν τελούσε επί δεκαετίες υπό de facto αρμενικό έλεγχο, το Γερεβάν εισήλθε σε τροχιά σκληρού ρεαλισμού στην εξωτερική του πολιτική.

Η δύσκολη για την Αρμενία γεωγραφική πραγματικότητα του Νότιου Καυκάσου έγινε πιο ευκρινής μετά την τελευταία ήττα. Η μικρή περίκλειστη χώρα των τριών εκατομμυρίων κατοίκων είναι όμορη με τους ιστορικούς της αντιπάλους: στα ανατολικά της είναι το Αζερμπαϊτζάν, στα δυτικά η Τουρκία. Με αμφότερες δεν διατηρεί διπλωματικές και οικονομικές σχέσεις και τα χερσαία σύνορα παραμένουν κλειστά. Μόνες χερσαίες δίοδοι η Γεωργία προς Βορρά και η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν στα νότια.

Υπό αυτό το πρίσμα, ο πρωθυπουργός της χώρας, Νικόλ Πασινιάν, οδηγήθηκε σε μια δύσκολη, κατά ορισμένους γενναία, αλλά οπωσδήποτε αναγκαία πολιτική απόφαση: στην ομαλοποίηση των σχέσεων με την Άγκυρα και στην προσπάθεια επίτευξης ειρήνης με το Μπακού. Στις 8 Αυγούστου 2025, παρουσία του Ντόναλντ Τραμπ, ο πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν, Ιλχάμ Αλίγιεφ, και ο κ. Πασινιάν συνυπέγραψαν στην Ουάσιγκτον μια κοινή δήλωση, μια συμφωνία με στόχο να οδηγηθούν οι δύο χώρες σε μια τελική, νομικά δεσμευτική, ειρηνευτική συμφωνία.

Το μήνυμα αλλά και τη σημασία που αποδίδει το Γερεβάν σε αυτή τη διπλή πολιτική, καθώς και την αναγνώριση των πρωτοβουλιών του κ. Τραμπ κόμισε ο πρόεδρος της Αρμενίας, Βαχάγκν Χατσατουριάν, κατά την τριήμερη επίσκεψή του στην Ελλάδα την περασμένη εβδομάδα, όπου μεταξύ άλλων συναντήθηκε με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνο Τασούλα, και τον πρόεδρο της Βουλής, Νικήτα Κακλαμάνη. «Το Μανιφέστο» τον συνάντησε και συνομίλησε μαζί του εφ’ όλης της ύλης το βράδυ της Πέμπτης, λίγο πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα μας.

Οι ελληνοαρμενικές σχέσεις

Η συζήτηση ξεκίνησε με τις ελληνοαρμενικές σχέσεις και τις προοπτικές τους. Πρόκειται για δεσμούς που παραδοσιακά ερείδονται στη φιλία των δύο λαών και σε κοινές αναφορές, όπως η χριστιανική ομολογία αλλά και σε τραυματικές εμπειρίες όπως η Γενοκτονία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και των Αρμενίων από τους Οθωμανούς Τούρκους. Μπορούν οι διμερείς σχέσεις να αναπτυχθούν σε κάτι πιο απτό, όπως στην οικονομία ή στο εμπόριο;

«H ιστορική πραγματικότητα μας υποχρεώνει να είμαστε φίλοι. Και έχουμε περισσότερες ευκαιρίες να κατανοούμε καλύτερα ο ένας τον άλλον. Αυτή είναι η ιστορική μνήμη που έχουμε. Όμως αυτό που είναι πιο σημαντικό, και νομίζω ότι ισχύει και για τους δύο μας –το έχω πει και στους συνομιλητές μου εδώ– είναι να μη γίνουμε δέσμιοι της ιστορικής μνήμης και να μην αποκοπούμε από την πραγματικότητα», δηλώνει ο κ. Χατσατουριάν.

«Η Ελλάδα», συνεχίζει, «κατάφερε να ζει ειρηνικά με τους γείτονές της και να έχει εταιρικές και οικονομικές σχέσεις μαζί τους. Διότι όταν ρωτάτε ποιο είναι το συμφέρον της Ελλάδας και του ελληνικού λαού, το πρώτο είναι να ζει ειρηνικά. Όλα τα υπόλοιπα μπορούν να επιτευχθούν με σκληρή δουλειά. Το ίδιο ισχύει και για εμάς. Πρέπει να καταστήσουμε την ειρήνη πραγματικότητα. Και αυτός είναι ο δρόμος που έχουμε επιλέξει».

Μιλώντας για τις κυπροαρμενικές σχέσεις αλλά και την τριμερή Ελλάδας, Κύπρου, Αρμενίας, λέει ότι μεταξύ των χωρών υπάρχει «στενή συνεργασία» στα διεθνή φόρα και «παρόμοια άποψη» για την επίλυση του Κυπριακού. «Όλα τα μέρη είναι έτοιμα. Πρέπει να διαμορφώσουμε τα ζητήματα ώστε να είμαστε χρήσιμοι ο ένας στον άλλον», συμπληρώνει για την τριμερή, ενώ υποστηρίζει ότι το άνοιγμα αρμενικής πρεσβείας στην Κύπρο το 2025 μαρτυρά τη σημασία των διμερών σχέσεων.

Ειρηνευτική διαδικασία

Το «ερώτημα του ενός εκατομμυρίου» αφορά την εξελισσόμενη διαδικασία μεταξύ Γερεβάν-Μπακού. Θα προβεί η Αρμενία στις συνταγματικές τροποποιήσεις που ζητά το Αζερμπαϊτζάν, δηλαδή την αφαίρεση αναφορών για το Ναγκόρνο Καραμπάχ από το προοίμιο του συντάγματος, προκειμένου να υπογραφεί ειρηνευτική συμφωνία; Άλλωστε, ο κ. Πασινιάν έχει δηλώσει ότι μετά τις βουλευτικές εκλογές της 7ης Ιουνίου 2026, θα πραγματοποιηθεί δημοψήφισμα για τον νέο καταστατικό χάρτη της χώρας.

«Αυτό που συνέβη στις 8 Αυγούστου θα μπορούσε να φανεί απίστευτο. Όμως δεν συνέβη από τη μια μέρα στην άλλη. Προηγήθηκε αρκετός χρόνος προετοιμασιών», εξηγεί ο πρόεδρος. Όσον αφορά το σύνταγμα, λέει ότι «η διάταξη του συντάγματος που υιοθετήθηκε το 1995 δεν έχει σε καμία περίπτωση χρησιμοποιηθεί ή εφαρμοστεί».

Επικαλούμενος, μάλιστα, διάφορες περιστάσεις όπως τη Σύνοδο της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας το 2022, διμερείς ή διεθνείς περιπτώσεις όπως η «Διαδρομή Τραμπ για τη Διεθνή Ειρήνη και Ευημερία» (TRIPP), αναφέρει ότι η Αρμενία έχει αναγνωρίσει επισήμως την εδαφική ακεραιότητα του Αζερμπαϊτζάν. «Αλλά πιθανόν αυτό να μην είναι ακόμη αρκετό για την αζερική πλευρά. Το ζήτημα παραμένει στην ατζέντα των συζητήσεων. Πιστεύω όμως ότι θα βρούμε λύση», προσθέτει.

Μεγάλο τμήμα της αρμενικής διασποράς, που υπολογίζεται μεταξύ πέντε και επτά εκατομμυρίων, περιλαμβανομένων αυτών που ζουν στην Ελλάδα, είναι επιφυλακτικό ή ακόμα και κάθετα αντίθετο στην εξομάλυνση με Αζερμπαϊτζάν και Τουρκία. Ορισμένοι, δε, κατηγορούν την κυβέρνηση Πασινιάν ακόμα και για προδοσία. Πού αποδίδει αυτή τη στάση ο πρόεδρος;

«Συναντήθηκα με την αρμενική κοινότητα εδώ. Τους παρουσίασα την οικονομική και πολιτική κατάσταση στην Αρμενία. Συζητήσαμε εκτενώς για τις σχέσεις Αρμενίας-Αζερμπαϊτζάν και Αρμενίας-Τουρκίας. Και ένιωσα, και από τις ερωτήσεις που μου τέθηκαν, κατανόηση από την πλευρά τους για τις πολιτικές και τις ενέργειες της κυβέρνησής μας», λέει.

Και συνεχίζει: «Νομίζω ότι αυτή η κατανόηση υπάρχει και επειδή οι συμπατριώτες μας που ζουν εδώ βλέπουν ότι επιδιώκουμε την ειρήνη. Οι ανησυχίες τους μπορεί να σχετίζονται με το ενδεχόμενο να ξεχαστεί η ιστορική μνήμη ή η ιστορική κληρονομιά, αλλά στην πραγματικότητα αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα. Χωρίς κανέναν περιορισμό, όταν πρόκειται για την ενημέρωση του λαού, παρουσιάζουμε ανοιχτά την κατάσταση που έχουμε. Το ίδιο και εντός της Δημοκρατίας της Αρμενίας προς τους πολίτες μας. Και γι’ αυτό πρέπει να επαναλάβω ότι οι άνθρωποι κατανοούν».

Σύμφωνα με τον κ. Χατσατουριάν, οι συνομιλίες με το Αζερμπαϊτζάν έχουν εισφέρει στην εξάλειψη των διασυνοριακών επεισοδίων. «Από τις 25 Ιανουαρίου έως σήμερα, αν μετρήσουμε μέχρι τώρα, η κατάσταση κατά μήκος των συνόρων είναι ήρεμη. Δεν υπάρχουν πυροβολισμοί. Παλαιότερα, όμως, είχαμε πάντα προβλήματα στα σύνορα. Σχεδόν κάθε μέρα είχαμε συνοριακά επεισόδια και, στο πλαίσιο αυτό, υπήρχαν εντάσεις στη χώρα», επισημαίνει.

«Ως αποτέλεσμα των συζητήσεων, τώρα έχουμε μια κατάσταση χωρίς πυροβολισμούς. Και αυτό οφείλεται στο ότι καμία από τις δύο πλευρές δεν είχε πρόθεση να παρεμποδίσει την ειρήνη. Το αντίθετο. Την επιδιώκουμε. Και αυτό είναι σημαντικό, διότι εκτιμάται τόσο από τους συμπατριώτες μας στη διασπορά όσο και από τους πολίτες μας στην Αρμενία», συμπληρώνει.

Ομαλοποίηση με Τουρκία

Το έτερο μείζον ζήτημα αφορά τη διαδικασία ομαλοποίησης με την Τουρκία, την οποία περιγράφει «θετικά», αναλύοντας τη σημασία της πρώτης επίσημης επίσκεψης του πρωθυπουργού Πασινιάν σε αυτή τον περασμένο Ιούνιο.

«Ο πρωθυπουργός της Αρμενίας πήγε στην Κωνσταντινούπολη και συναντήθηκε με τον πρόεδρο Ερντογάν. Δεν ήταν στο πλαίσιο διεθνούς εκδήλωσης, όπως είχε συμβεί πολλές φορές στο παρελθόν. Ήταν διμερής επίσκεψη, η πρώτη του είδους της. Και αυτό ανοίγει τον δρόμο για όλα. Αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να εμπιστευόμαστε ο ένας τον άλλον. Και σημαίνει ότι μπορούμε να συνεχίσουμε να αναπτύσσουμε τις σχέσεις μας. Επομένως, το άνοιγμα των συνόρων δεν φαίνεται να τοποθετείται στο μακρινό μέλλον. Το ελπίζω. Ελπίζω επίσης να εγκαθιδρυθούν διπλωματικές σχέσεις. Πρέπει επίσης να το κατανοήσουμε, να το αποδεχθούμε και να το τηρήσουμε», υπογραμμίζει.

Μέρος του σχεδίου TRIPP

Η Αρμενία είναι θετικώς διακείμενη στις διαμεσολαβήσεις της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής την εποχή του Ντόναλντ Τραμπ αλλά και σε πρωτοβουλίες όπως το Συμβούλιο Ειρήνης στο οποίο είναι εκ των ιδρυτικών μελών. Γιατί;

«Επειδή η Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν στην Ουάσιγκτον έγιναν μέρος του σχεδίου TRIPP και ξεκίνησαν τη συμφωνία ειρήνης, έχουμε καταστεί πρότυπα και συμμετείχαμε στις ειρηνευτικές διαδικασίες. Επομένως, όταν λάβαμε πρόσκληση από τον πρόεδρο των ΗΠΑ να συμμετάσχουμε, έπρεπε να αναλάβουμε την ευθύνη, να συμμετάσχουμε και ίσως να φανούμε χρήσιμοι και στην εγκαθίδρυση ειρήνης στη Γάζα», εξηγεί.

Για τον ίδιο αποτελεί υποχρέωση «εάν υπάρχουν συγκρούσεις οπουδήποτε στον κόσμο και υπάρχει δυνατότητα ειρήνης, να συμμετέχουμε, εάν η συμμετοχή μας μπορεί να βοηθήσει». «Προσκληθήκαμε», συνεχίζει, «να συμμετάσχουμε στη διαδικασία και το εκτιμούμε. Και τώρα είμαστε εκεί. Το μέλλον θα δείξει πώς θα λειτουργήσει. Είναι κάτι νέο. Ορισμένα πράγματα μπορεί να μην έχουν ακόμη αποσαφηνιστεί πλήρως».

Ωστόσο, η νέα διεθνής τάξη που επιχειρεί να χτίσει ο Αμερικανός πρόεδρος ενέχει κινδύνους για μεσαίες ή μικρότερες χώρες, όπως η Ελλάδα και η Αρμενία. Όσο για το αν ανησυχεί ο Αρμένιος πρόεδρος για το ότι ο όποιος ρόλος του διεθνούς δικαίου υποχωρεί και η πολιτική ισχύος κερδίζει έδαφος στο διεθνές στερέωμα, «βεβαίως, αποτελεί ανησυχία για όλους. Και βεβαίως, μέχρι τις πρόσφατες πρωτοβουλίες του προέδρου Τραμπ, όλοι ζούσαμε βάσει ορισμένων κανόνων. Όμως αυτοί οι κανόνες, δυστυχώς, παραβιάζονταν πολύ συχνά. Και δεν υπήρχε δύναμη που να μπορεί να αποκαταστήσει τους κανόνες που είχαν παραβιαστεί», απαντά.

Κατά τον κ. Χατσατουριάν υπήρξαν πολλές προσπάθειες από διεθνείς οργανισμούς είτε στην περίπτωση της χώρας του είτε στη Γάζα προκειμένου να τερματιστούν οι συγκρούσεις. «Δυστυχώς, δεν πέτυχαν. Με κάθε σεβασμό προς όλους τους διεθνείς θεσμούς, πρέπει να σκεφτούμε τι θα μας καθοδηγεί αύριο. Υπάρχει η πρωτοβουλία του προέδρου Τραμπ, η οποία στο δικό μας παράδειγμα έφερε αποτελέσματα. Και σε άλλες χώρες επίσης», λέει.

Αναφερόμενος στην περίπτωση της Γάζας, υποστηρίζει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος «χρειάζεται υποστήριξη». Ο Αρμένιος πρόεδρος τονίζει ότι οι πολιτικοί ηγέτες οφείλουν να αξιολογήσουν την κατάσταση και να βρουν διέξοδο. «Και πρέπει να αποτελεί ζήτημα ανησυχίας για οποιονδήποτε, διότι βάσει των πρόσφατων διεθνών συμφωνιών, το (διεθνές) δίκαιο εφαρμοζόταν. Τώρα υπάρχει κενό. Και αυτό είναι πρόβλημα», καταλήγει.