Τα επτά τελευταία χρόνια, με κυβέρνηση Μητσοτάκη, η Ελλάδα έχει θωρακιστεί και συνεχίζει να θωρακίζεται και αμυντικά και διπλωματικά.

Μία ακόμη φορά παρακολουθούμε να στήνεται το αφήγημα της δήθεν υποχωρητικότητας της ελληνικής κυβέρνησης έναντι των τουρκικών κινήσεων, χωρίς όμως να δίνεται απάντηση από τα κόμματα της αντιπολίτευσης στο βασικό ερώτημα που τίθεται: Σε ποια περίπτωση υπήρχε υποχωρητικότητα και ενδοτικότητα; 

Είναι αυτό το ερώτημα που προκύπτει κάθε φορά που ο Ταγίπ Ερντογάν προχωρεί σε… προκλήσεις με κινήσεις οι οποίες δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα και σίγουρα δεν δημιουργούν «τετελεσμένα», αλλά αντιμετωπίζονται ως τέτοια από την αντιπολίτευση –εντός και εκτός Βουλής– και διάφορους εξωγενείς παράγοντες. 

Ουδείς μέχρι σήμερα από τους επικριτές της εξωτερικής πολιτικής έχει δώσει μια σαφή απάντηση και όσες φορές η δήθεν υποχωρητικότητα επιχειρήθηκε να βρεθεί στο επίκεντρο της πολιτικής ατζέντας πήγε… κουβά. 

Ουδείς μπορεί να υποστηρίξει με στοιχεία αυτήν την κριτική. Να δώσει συγκεκριμένα δεδομένα που να επιβεβαιώνουν ότι υπήρξε σημείο υπαναχώρησης από τις ελληνικές «κόκκινες γραμμές» και τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας.

Αντιθέτως, τα επτά τελευταία χρόνια η Ελλάδα έχει θωρακιστεί και συνεχίζει να θωρακίζεται. Και αμυντικά και διπλωματικά, δημιουργώντας μάλιστα όλες τις απαραίτητες συνθήκες για την ανάδειξη της αποτρεπτικής ισχύος που πλέον διαθέτει και που ουσιαστικά μετατρέπεται σε ισχύ ως προς την αντιμετώπιση οποιασδήποτε αρνητικής εξέλιξης ή προσπάθειας δημιουργίας τετελεσμένων με την πραγματική έννοιά τους. 

Η ασφάλεια που παρέχει η οικονομική ανάπτυξη μετατράπηκε από την πρώτη στιγμή διακυβέρνησης Μητσοτάκη σε ασφάλεια για την ίδια τη χώρα ενώ αποδείχθηκε στην περίπτωση της ασύμμετρης απειλής στον Εβρο το 2020 ότι η υπεράσπιση κυριαρχικών δικαιωμάτων είναι βασική προτεραιότητα. 

Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε επίπεδο αμυντικής και διπλωματικής θωράκισης στο υψηλότερο επίπεδο που έχει βρεθεί τα πολλά τελευταία χρόνια. Με τα Rafale και την αναβάθμιση των F16, με τη συμφωνία για τα F35 και την προμήθεια των φρεγατών Belharra, με σειρά εξοπλιστικών προγραμμάτων και την αναδιάταξη του στρατεύματος αλλά και με το πρόγραμμα «Ασπίδα του Αχιλλέα», που αποτελεί ένα πολυεπίπεδο εθνικό σύστημα αεράμυνας, στέλνει ένα σαφές μήνυμα προς όλες τις κατευθύνσεις. 

Την ίδια στιγμή, οι διμερείς συμφωνίες που συνάπτει την καθιστούν κεντρικό πυλώνα σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή. Σε αυτές προστίθενται και οι συμφωνίες για τα ενεργειακά που τη μετατρέπουν σε κόμβο ενεργειακό και ίσως και σε παραγωγό στο προσεχές μέλλον. 

Όλα αυτά αποτελούν ένα συγκεκριμένο σχέδιο που βασίστηκε και στα «ήρεμα νερά» που η αντιπολίτευση στηλιτεύει αν και ουσιαστικά επέτρεψαν στη χώρα μας να αναπτύξει ένα συνολικό πρόγραμμα που συνεχίζει να εξελίσσεται με δράσεις και παρεμβάσεις, όπως για παράδειγμα οι συμφωνίες για ΑΟΖ με Ιταλία και Αίγυπτο, οι θαλάσσιοι χωροταξικοί χάρτες που αποτυπώνουν τα απώτατα δυνητικά όρια της χώρας και πολλά άλλα. 

Μιλώντας στο Υπουργικό Συμβούλιο ο πρωθυπουργός ήταν σαφής: «Σε σχέση με κάποιες αντιδράσεις που είδαμε, που ακολουθούν δικές μας δράσεις, εξ ανατολών αντιδράσεις, ένα πράγμα θα πω μόνο: δεν επηρεάζουν καθόλου τον δικό μας σχεδιασμό. Οι περιοχές ελληνικής κυριαρχίας είναι αναμφισβήτητες, είμαστε έτοιμοι να τις προασπίσουμε ανά πάσα στιγμή». 

Και πρόσθεσε: «Προφανώς και θέλουμε καλές σχέσεις γειτονίας με την Τουρκία, αλλά δεν συζητούμε με την Τουρκία τίποτα άλλο, τίποτα άλλο, πέραν της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο». Ξεκάθαρο το μήνυμα – όπως και οι αποδέκτες. 

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο».



















*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο».