Η συμφωνία για την εγκαθίδρυση στρατηγικής εταιρικής σχέσης για τη συνεργασία στην άμυνα και την ασφάλεια μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας δεν έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία για τους γνωρίζοντες. Η εξέλιξη αυτή δεν προέκυψε τυχαία. Είναι αποτέλεσμα μιας συστηματικής διπλωματικής προσπάθειας και οικοδόμησης μιας συμμαχίας σε στέρεες βάσεις στο ανώτατο επίπεδο, ένα μεγάλο διπλωματικό και στρατηγικό κεφάλαιο που οικοδομήθηκε συστηματικά από την πρώτη επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Παρίσι τον Αύγουστο του 2019 με μια χώρα με την οποία η Ελλάδα συνδέεται με ιστορικούς δεσμούς, κοινό όραμα και αντιλήψεις για τις προκλήσεις στην περιοχή και για πολλές από τις προκλήσεις στην Ευρώπη.

Η ιστορική αυτή συμφωνία περιλαμβάνει για πρώτη φορά μια ουσιαστική σε περιεχόμενο ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής που δένει τις δύο χώρες και τα συμφέροντά τους στην περιοχή και όχι μόνο. Και προχωρά ένα βήμα παραπέρα από τις ρυθμίσεις ασφαλείας στις οποίες συμμετέχει ήδη η Ελλάδα.

Είναι ένα σημαντικό βήμα για την ενίσχυση της ελληνικής αποτρεπτικής ισχύος, τη θωράκιση της χώρας, την αναβάθμιση της θέσης της στην περιοχή και πολύ πέρα απ’ αυτήν.

Όσα δεν φέρνει ο χρόνος, τα φέρνει η στιγμή. To momentum αξιοποιήθηκε από τους δυο ηγέτες και πλέον η πρώτη διμερής συμφωνία της Ελλάδας με Ευρωπαίο εταίρο και σύμμαχο στο ΝΑΤΟ που περιέχει τέτοια ρήτρα είναι πραγματικότητα.

Η ελληνογαλλική συμφωνία δημιουργεί νέα δεδομένα στην περιοχή και νέα δεδομένα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αναγνωρίζει την ανάγκη για μια πραγματικά «γεωπολιτική Ευρώπη» και θα μπορούσε να αποτελέσει το πρόπλασμα για έναν ευρωπαϊκό πυλώνα άμυνας, συμπληρωματικό του ΝΑΤΟ. Άλλωστε, όσο ισχυρότερος είναι ο ευρωπαϊκός πυλώνας του ΝΑΤΟ, τόσο ισχυρότερο θα είναι το ΝΑΤΟ.

Ο Πρωθυπουργός έχει ήδη πάρει θέση, επιλέγοντας πρωταγωνιστικό ρόλο για την Ελλάδα σε αυτή τη συζήτηση – μια συζήτηση την οποία η χώρα μας συνδιαμορφώνει στο ξεκίνημά της.

Αυτή, άλλωστε, έχει ήδη επιβληθεί από τη συγκυρία και από τις νέες πραγματικότητες που διαμορφώνουν οι εξελίξεις. Αναπόφευκτα η Ευρώπη θα κληθεί να αποφασίσει κάποια στιγμή αν είναι σε θέση να αναλάβει πρωτοβουλίες σε περιοχές στρατηγικού ενδιαφέροντος χωρίς την έγκριση του ΝΑΤΟ.

Αυτό που δεν μπορεί να κάνει, είναι να συνεχίσει business as usual. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι αφελής. Αλλωστε, η γεωπολιτική αφέλεια δεν συγχωρείται. Η Ελλάδα το γνωρίζει καλά. Η ιστορία και η γεωγραφία δεν της έχουν επιτρέψει τη μακαριότητα της αφέλειας. Της έχουν επιβάλει εγρήγορση, θωράκιση και οικοδόμηση συμμαχιών σε μια περιοχή όπου διακυβεύονται και ευρωπαϊκά στρατηγικά συμφέροντα και η ίδια είναι ένας αξιόπιστος και σταθερός εταίρος.

Η Ευρώπη συζητά ήδη για τον διεθνή ρόλο της υπό το φως των τελευταίων εξελίξεων. Και το ζήτημα αυτό θα απασχολήσει τους ευρωπαίους ηγέτες και την επόμενη εβδομάδα στο άτυπο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στο Μπρνο της Σλοβενίας.

Δεν είναι μια εύκολη συζήτηση. Προϋποθέτει καταρχάς να αναγνωρίσουν τα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη τα διακυβεύματα, κάτι που απαιτεί μια κοινή στρατηγική κουλτούρα. Να ανοίξουν το βλέμμα στο μέλλον και να αφουγκραστούν τη βοή των πλησιαζόντων γεγονότων. Κυρίως, προϋποθέτει σε κάποιες περιπτώσεις να υπερβούν τον εαυτό τους. Αλλά η ιστορία της ΕΕ είναι γεμάτη από ιστορίες μικρών και μεγάλων υπερβάσεων. Η πιο πρόσφατη, της δημιουργίας του Ταμείου Ανάκαμψης, το αποδεικνύει.

 

· Η Αριστοτελία Πελώνη είναι αναπληρώτρια κυβερνητική εκπρόσωπος
Το άρθρο δημοσιεύεται στα Νέα