Υποκριτές και Φαρισαίους χαρακτήρισε ο Άδωνις Γεωργιάδης τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ και μάλλον δεν έχει άδικο.

Ξαφνικά, στη Χαριλάου Τρικούπη εμφανίστηκαν ως υπερασπιστές της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (που ίδρυσε η Νέα Δημοκρατία) και δη της Πόπης Παπανδρέου. Της ίδιας εισαγγελέως όπου πριν από μερικά χρόνια –με αφορμή τη δικογραφία για τα υποβρύχια– κατήγγειλε και μάλιστα με σφοδρότητα.

Τότε, η αποστολή δικογραφίας στη Βουλή με αναφορές σε ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες πολιτικών προσώπων –μεταξύ αυτών ο Ευάγγελος Βενιζέλος και ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου– είχε πυροδοτήσει σφοδρές αντιδράσεις από τη Χαριλάου Τρικούπη. Σε εκείνη τη φάση, το ΠΑΣΟΚ όχι μόνο αμφισβητούσε τη νομική βάση της ενέργειας, αλλά υιοθετούσε και ιδιαίτερα επιθετική ρητορική απέναντι τόσο στον ΣΥΡΙΖΑ όσο και στους χειρισμούς της Δικαιοσύνης.

Είναι χαρακτηριστικό ότι απαντώντας σε σχόλια του ΣΥΡΙΖΑ, το ΠΑΣΟΚ έκανε λόγο για «παιδαριώδη δικονομικά τεχνάσματα», υποστηρίζοντας πως ο πολιτικός του αντίπαλος «αυταπατάται ίσως, αλλά δεν παραπλανά κανένα». Με τη φράση αυτή επιχειρούσε να αποδομήσει πλήρως την επιχειρηματολογία περί ουσιαστικής εμπλοκής της Δικαιοσύνης, παρουσιάζοντας την υπόθεση ως καθαρά πολιτική αντιπαράθεση χωρίς νομικό βάρος.

Στην ίδια ανακοίνωση, το ΠΑΣΟΚ τόνιζε ότι η εισαγγελική αρχή δεν είχε προβεί σε καμία αξιολόγηση, επισημαίνοντας πως «επρόκειτο για μια παιδαριώδη επικοινωνιακή κίνηση κατά παραβίαση του συντάγματος. Καμία εισαγγελική αρχή δεν είχε την αρμοδιότητα να διενεργήσει οποιαδήποτε δήθεν προκαταρκτική εξέταση ή πολύ περισσότερο να κάνει οποιαδήποτε δήθεν αξιολόγηση. Η κ. Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου είμαστε βέβαιοι ότι θα ελέγξει όλη αυτή την αντισυνταγματική και παράνομη μεθόδευση για τη δημιουργία φευγαλέων εντυπώσεων προς κομματική χρήση».

Με τον τρόπο αυτό, επιχειρούσε να αποσυνδέσει πλήρως τη διαδικασία από οποιαδήποτε έννοια δικαστικής κρίσης.
Παράλληλα, η Χαριλάου Τρικούπη κατηγορούσε τον ΣΥΡΙΖΑ για πολιτική αδράνεια, σημειώνοντας ότι «αν ο ΣΥΡΙΖΑ ήθελε να κινήσει οποιαδήποτε κοινοβουλευτική διαδικασία είχε στη διάθεση του παραπάνω από έξι μήνες: από τον Δεκέμβριο του 2013 έως τον Ιούνιο του 2014. Δεν έκανε όμως τίποτα».

Το ύφος της ανακοίνωσης γινόταν ακόμη πιο αιχμηρό στη συνέχεια, με ευθείες αναφορές σε «άθλιες συκοφαντίες και σκευωρίες», αλλά και με ρητορικά ερωτήματα που στόχευαν ευθέως την αξιοπιστία του ΣΥΡΙΖΑ: «Νομίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ότι θα φόβιζε το ΠΑΣΟΚ και τον πρόεδρό του μια ακόμη συζήτηση για άθλιες συκοφαντίες και σκευωρίες; Δεν έχει συνετιστεί επιτέλους, ώστε να εγκαταλείψει τη γραμμή αυτή;».

Με άλλα λόγια, το ΠΑΣΟΚ της περιόδου εκείνης όχι μόνο αμφισβητούσε τη διαδικασία και τους χειρισμούς της Δικαιοσύνης, αλλά υιοθετούσε μια συνολικά επιθετική γραμμή απέναντι σε όποιον επιχειρούσε να αναδείξει την υπόθεση των υποβρυχίων ως ζήτημα ποινικών ευθυνών.

Η εισαγγελέας Πόπη Παπανδρέου βρισκόταν τότε στο επίκεντρο αυτής της αντιπαράθεσης, με το κόμμα να αφήνει ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο αναζήτησης πειθαρχικών ευθυνών σε βάρος της. Σήμερα, όμως, το ίδιο κόμμα εμφανίζεται να κινείται σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Ακριβώς σε αυτό το σημείο πατά η κυβερνητική αντεπίθεση, με τον Άδωνι Γεωργιάδη να κάνει λόγο για κατάφωρη αντίφαση και να χαρακτηρίζει τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ «υποκριτές και Φαρισαίους».

Κι αυτό διότι, όταν η δικογραφία άγγιζε κορυφαία στελέχη του, όπως ο Ευάγγελος Βενιζέλος και ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου, η αντίδραση ήταν σφοδρή και αμφισβητούσε ευθέως τη διαδικασία. Σήμερα που η πολιτική αντιπαράθεση στρέφεται κατά της κυβέρνησης, η ίδια εισαγγελέας αντιμετωπίζεται ως ένα ανάχωμα που πρέπει να προστατευθεί.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο τότε γραμματέας της ΚΟ του ΠΑΣΟΚ, Παναγιώτης Ρήγας, δεν δίσταζε να μιλήσει για νομικά απαράδεκτη ενέργεια από την πλευρά της εισαγγελέως και να την κατηγορήσει ότι δημιουργεί πολιτικό ζήτημα, λέγοντας μάλιστα σε κοινοβουλευτικούς συντάκτες ότι «ο Βενιζέλος δεν θα το αφήσει να περάσει έτσι».

Και έτσι, μερικά χρόνια αργότερα η ίδια παράταξη που τότε αμφισβητούσε ευθέως τους χειρισμούς της εισαγγελέως και μιλούσε για «νομικά απαράδεκτη ενέργεια», εμφανίζεται σήμερα να υψώνει ασπίδα προστασίας γύρω από το πρόσωπό της, στ’ όνομα –όπως υποστηρίζει–της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης.