Η νομική γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ) στα κράτη-μέλη της ΕΕ, την οποία παρουσιάζει σήμερα αποκλειστικά «Το Μανιφέστο», αποτελεί τη βάση της άρνησης της Ελλάδος να συμμετάσχει στο Συμβούλιο Ειρήνης (Board of Peace-ΒoP) υπό την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ.
Με τίτλο «Νομικά ζητήματα που σχετίζονται με τον Χάρτη του Συμβουλίου Ειρήνης», εστάλη στις 19 Ιανουαρίου στην Αθήνα και τις έτερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ένα κείμενο που αναδεικνύει εμφατικά την παρέκκλιση του χάρτη του Συμβουλίου Ειρήνης από το ψήφισμα 2803 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ που καθόρισε την εντολή και τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου Ειρήνης για την ανοικοδόμηση και την ανασυγκρότηση της Λωρίδας της Γάζας στη βάση του σχεδίου 20 σημείων του κ. Τραμπ. Εν τούτοις, στο καταστατικό του δεν υπάρχει καμία αναφορά περί Γάζας, αλλά διακηρύξεις για την «προώθηση της σταθερότητας και τη διασφάλιση της ειρήνης σε περιοχές που απειλούνται από συγκρούσεις».
Κατά τη γνωμοδότηση, η εντολή του Συμβουλίου Ειρήνης «αποκλίνει σημαντικά» απ’ ό,τι προβλεπόταν στις επιχειρησιακές παραγράφους 2 και 4 του ψηφίσματος 2803. «Ο Χάρτης του Συμβουλίου Ειρήνης συνιστά αυτοτελή συνθήκη που δεν συνδέεται τυπικά με την εφαρμογή του Ολοκληρωμένου Σχεδίου για τη Γάζα ούτε με το ψήφισμα 2803 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ», υπογραμμίζεται.
Σημειώνεται, δε, ότι ο Χάρτης του Συμβουλίου Ειρήνης αντίκειται στα άρθρα 3(5) και 21(1) της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ενωση (ΣΕΕ), κάτι που ισχύει και για την υπερσυγκέντρωση των εξουσιών στα χέρια του προέδρου (Τραμπ) στον νέο οργανισμό.
Ειδικότερα, αν και στο ψήφισμα 2803 δεν υπάρχει μέριμνα για τη σύνθεση των μελών του Συμβουλίου Ειρήνης, το γεγονός ότι «ο πρόεδρος είναι η τελική (δικαιοδοτική) αρχή για όλα τα νομικά ζητήματα που σχετίζονται με τον Χάρτη» και «αποφασίζει μόνος του (και όχι τα μέλη) εάν και πότε ο Οργανισμός παύει να υφίσταται», αντιβαίνει στην ευρωπαϊκή νομοθεσία.
«Παρότι τα μέλη ενός διεθνούς οργανισμού έχουν την ελεύθερη επιλογή να αναθέτουν ορισμένες εξουσίες στον πρόεδρο ενός διοικητικού οργάνου, τέτοιες εξουσίες δεν θα πρέπει να στερούν από τα άλλα όργανα τις αναγκαίες λειτουργίες τους», συμπληρώνεται.
Οπως εξηγείται, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ άφησε ένα εύρος για τη σύνθεση των μελών και τη δομή διακυβέρνησης του Συμβουλίου Ειρήνης, αποδεχόμενο ουσιαστικά «ορισμένο βαθμό διακριτικής ευχέρειας» στην αμερικανική κυβέρνηση για τον καθορισμό της πολιτικής των προσκλήσεων.
Ωστόσο, το Συμβούλιο Ασφαλείας απαιτεί η λειτουργία του Συμβουλίου Ειρήνης να είναι σύμφωνη με τις αρχές του διεθνούς δικαίου, περιλαμβανομένης της ισότητας των κρατών. Στο πλαίσιο αυτό, παρατίθενται οι πρόνοιες του Συμβουλίου Ειρήνης για την πρόσκτηση ιδιότητας σε αυτό που «περιορίζεται στα κράτη που προσκαλούνται να συμμετάσχουν από τον πρόεδρο» αλλά και στην εισφορά άνω του ενός δισεκατομμυρίου αμερικανικών δολαρίων για όσες χώρες θέλουν να εξασφαλίσουν απεριόριστη συμμετοχή.
Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση, εάν οι ΗΠΑ και δύο ακόμα κράτη «εκφράσουν τη συναίνεσή τους να δεσμευθούν, ο Χάρτης του Συμβουλίου της Ειρήνης μπορεί να τεθεί γρήγορα σε ισχύ». Μια πρόωρη έναρξη ισχύος εκτιμάται ότι θα απέκλειε κάθε προσπάθεια συζήτησης και ενδεχόμενης τροποποίησης του Χάρτη. Εν προκειμένω υπάρχει εξέλιξη, λόγω του ότι την περασμένη Πέμπτη οι ΗΠΑ και 19 ακόμα χώρες υπέγραψαν την ιδρυτική διακήρυξη του Συμβουλίου Ειρήνης.
Υπό αυτό το πρίσμα, υπάρχει προβληματισμός στους αρμόδιους διπλωματικούς αξιωματούχους για τον τρόπο υλοποίησης της πρότασης του Κυριάκου Μητσοτάκη. Στην προ ημερών άτυπη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ, με έναν ελιγμό, ο πρωθυπουργός πρότεινε η Ελλάδα και οι έτερες 12 ευρωπαϊκές χώρες που προσκλήθηκαν στο Συμβούλιο Ειρήνης να υπογράψουν την προσχώρησή τους αλλά μόνο για όσα αφορούν τη Γάζα.
«Αν υπάρχει τρόπος να συνεργαστούμε με τις ΗΠΑ, αποκλειστικά για τη Γάζα και για περιορισμένο χρονικό διάστημα, η Ελλάδα θα ήταν βεβαίως ιδιαίτερα πρόθυμη να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στην αναζήτηση συναίνεσης προς αυτή την κατεύθυνση», υπογράμμισε ο κ. Μητσοτάκης, διευκρινίζοντας ότι στην επόμενη μέρα της Γάζας πρέπει να υπάρχει ευρωπαϊκή παρουσία, χωρίς ωστόσο να δημιουργηθεί ένας οργανισμός ανταγωνιστικός προς τον ΟΗΕ, όπως δείχνει το Συμβούλιο Ειρήνης που θεμελιώθηκε από τον πρόεδρο Τραμπ.


