Κάθε φορά που ανοίγει συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, η μνήμη κάνει παιχνίδια.

Δεν βλέπεις απλώς ένα κομματικό γεγονός. Ακούς ντεσιμπέλ, μυρίζεις καπνό από τσιγάρα, νιώθεις τον παλμό μιας εποχής που μπέρδευε την πολιτική με την κερκίδα. Και κάπου εκεί, στο βάθος, μια φωνή να επιμένει: «Ανδρέα ζεις, εσύ μας οδηγείς».

Το 1984, στο ΟΑΚΑ, ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν ήταν απλώς ηγέτης. Ήταν φαινόμενο. Οι κλαδικές της δεκαετίας του ’80 λειτουργούσαν σαν μικρά αυτόνομα βασίλεια, με πίστη που δεν διαπραγματευόταν. Η πολιτική γραμμή περνούσε μέσα από συνθήματα, χειροκροτήματα και βλέμματα που έλεγαν «ή μαζί μας ή απέναντι». Το κόμμα ήταν κίνημα και το κίνημα σχεδόν θρησκεία. Εκεί, στο 1ο Συνέδριο, ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν εισερχόταν απλώς σε μια αίθουσα. Έμπαινε σε έναν χώρο που ήδη δονούνταν. Η παρουσία του Μάρκου Βαφειάδη προκαλούσε παροξυσμό, ενώ λίγο αργότερα η είσοδος του Γιασέρ Αραφάτ μαζί με τον Ανδρέα απογείωνε το κλίμα. Πανό για λαϊκή κυριαρχία, συνθήματα κατά της ΕΟΚ και των ΗΠΑ, φωνές που δεν άφηναν κανέναν να μιλήσει χωρίς να διακοπεί. «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» και «Φονιάδες των λαών Αμερικάνοι» δεν ήταν απλώς λόγια. Ήταν ταυτότητα.

Το 1990, πάλι στο ΟΑΚΑ, το σκηνικό είχε δραματικό τόνο. Ο ίδιος άνθρωπος, ο Ανδρέας, αυτή τη φορά υπό αμφισβήτηση, αποθεώνεται σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα. Οι σύνεδροι δεν συζητούν. Επιβεβαιώνουν. «Ανδρέα προχώρα σε θέλει όλη η χώρα» και «Ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά» λειτουργούν σαν πολιτικό άλλοθι και ψυχολογική άμυνα μαζί.

Το 1994, στο 3ο Συνέδριο, η σκιά της απουσίας είναι βαριά. Η Μελίνα Μερκούρη λείπει, ο Γιώργος Γεννηματάς δίνει το τελευταίο του μήνυμα. Και όμως, η αίθουσα επιμένει στο γνώριμο μοτίβο. «Το ΠΑΣΟΚ είναι εδώ, ενωμένο, δυνατό». Σχεδόν σαν ξόρκι.

Και μετά ήρθε το 1996. Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Το συνέδριο που δεν ήταν απλώς διαδικασία αλλά τελετουργία διαδοχής. Από τη μία ο Κώστας Σημίτης με το μπλοκάκι του εκσυγχρονισμού. Από την άλλη ο Άκης Τσοχατζόπουλος, αγκαλιασμένος από τη νοσταλγία και τη βεβαιότητα ότι εκπροσωπεί το «βαθύ ΠΑΣΟΚ». Από τη μία «Ενότητα και προοπτική». Από την άλλη «Ανδρέα ζεις». Δύο κόσμοι στο ίδιο κλειστό στάδιο, να φωνάζουν μέχρι να χαθεί το νόημα των λέξεων. Οι υποστηρικτές του δεύτερου σχεδόν πενθούσαν προκαταβολικά. Οι του πρώτου μιλούσαν για Ευρώπη. Το αποτέλεσμα έκρινε όχι απλώς έναν πρόεδρο αλλά την ταυτότητα ενός ολόκληρου χώρου. Και η ένταση έφτασε μέχρι τις τουαλέτες του συνεδρίου, εκεί όπου η ιδεολογία συναντούσε την… πρακτική αντιπαράθεση.

Η συνέχεια είχε το δικό της συμβολισμό. Το περίφημο «δαχτυλίδι». Το μονοήμερο έκτακτο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ τον Φεβρουάριο του 2004 έγινε με μοναδικό σκοπό την παράδοση-παραλαβή του κόμματος. Ο Κώστας Σημίτης το παρέδωσε στον Γιώργο Παπανδρέου και για μια στιγμή φάνηκε ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται ως τελετουργία. Μόνο που το κοινό δεν ήταν πια το ίδιο. Οι παλιές φωνές έμοιαζαν πιο κουρασμένες, αλλά δεν έπαψαν να φωνάζουν. Το «Ανδρέα ζεις» ακουγόταν πλέον σαν ηχώ, όχι σαν υπόσχεση.

Τα συνέδρια αυτά είχαν κάτι το ωμά αυθεντικό. Ήταν χαοτικά, θορυβώδη, συχνά γελοία. Αλλά ποτέ αδιάφορα. Ήταν το σημείο όπου η πολιτική έβγαινε από τα χαρτιά και γινόταν θέαμα. Με υπερβολές, με πάθος, με συγκρούσεις που δεν χωρούσαν σε δελτία τύπου.

Σήμερα, η σύγκριση έρχεται αβίαστα. Από τον Ανδρέα στον Ανδρουλάκη. Από τον ιδρυτή που όριζε την ατζέντα, σε έναν αρχηγό που προσπαθεί να θυμίσει ότι υπάρχει. Η απόσταση δεν είναι απλώς χρονική. Είναι σχεδόν υπαρξιακή. Και όσο κι αν κάποιοι επιμένουν να κρατούν τον ρυθμό, το σύνθημα ακούγεται πια σαν παλιά κασέτα που έχει φαγωθεί.

Ίσως τελικά το πρόβλημα δεν είναι ότι το ΠΑΣΟΚ άλλαξε. Είναι ότι θυμόμαστε πολύ καλά τι ήταν κάποτε. Και αυτό, για τους σημερινούς πρωταγωνιστές, δεν είναι καθόλου βολικό.