ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ, Ελληνική Λύση και Πλεύση Ελευθερίας ανεβάζουν τους τόνους πριν από τη ΔΕΘ, με συνθήματα και εξαγγελίες χωρίς πειστικές απαντήσεις.
Η αντίστροφη μέτρηση για τη ΔΕΘ έχει ξεκινήσει και η αντιπολίτευση φαίνεται να έχει επιλέξει τον δρόμο της έντασης. Άλλος μιλά για «υπερκέρδη», άλλος για «κεφάλαιο που πρέπει να χάσει», άλλος για έναν λαό που «πεινάει», άλλος για «φιέστες» και άλλος για «τείχος προστασίας». Στο φόντο όλων αυτών, ο Αλέξης Τσίπρας ετοιμάζεται να παρουσιάσει στη Θεσσαλονίκη το οικονομικό πρόγραμμα της ΕΛΑΣ. Το κοινό στοιχείο δεν είναι κάποια συνεκτική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Είναι η προσπάθεια να μετατραπεί κάθε υπαρκτό πρόβλημα σε πολιτικό σύνθημα.
Και εδώ βρίσκεται το ενδιαφέρον της υπόθεσης. Γιατί η αντιπολίτευση μπορεί ασφαλώς να καταγγέλλει, να υπόσχεται και να ανεβάζει τους τόνους. Όταν όμως διεκδικεί κυβερνητική αξιοπιστία, οφείλει να απαντά στο «πώς». Πόσο κοστίζει κάθε πρόταση, ποιος πληρώνει, ποιος αποφασίζει, ποιο είναι το θεσμικό πλαίσιο και ποιες είναι οι συνέπειες στην οικονομία. Εκεί ακριβώς αρχίζουν να φαίνονται τα κενά.
Η αντιπολιτευτική τακτική του λαϊκισμού
Ο Νίκος Ανδρουλάκης παρουσιάζει ως μεγάλη πολιτική τομή έναν «μόνιμο μηχανισμό φορολόγησης των υπερκερδών των ολιγοπωλίων». Μόνο που ο όρος «υπερκέρδη» δεν είναι οικονομική μεθοδολογία. Είναι πολιτικός τίτλος. Για να γίνει σοβαρή πρόταση, χρειάζεται να απαντηθούν συγκεκριμένα ερωτήματα: ποιο κέρδος θεωρείται υπερβολικό, σε σχέση με ποια περίοδο, ποιον δείκτη και ποιον ανταγωνιστή; Ποιος θα κρίνει ότι η διεύρυνση του περιθωρίου είναι «αδικαιολόγητη»; Πώς θα απομονώνεται η επίδραση του κόστους παραγωγής, ενέργειας, μεταφορών, μισθών και χρηματοδότησης; Και πώς θα αποφεύγεται ένας μηχανισμός που θα τιμωρεί μια επιχείρηση απλώς επειδή είχε μια καλή χρονιά; Αν όλα αυτά δεν απαντηθούν με αριθμούς και κανόνες, τότε η πρόταση παραμένει αυτό που ακριβώς ακούγεται: ένα εύκολο σύνθημα πάνω σε ένα δύσκολο πρόβλημα.
Από εκεί και πέρα, το ΚΚΕ πηγαίνει ακόμη πιο πέρα, με τη λογική ότι «για να κερδίσουν τα νοικοκυριά πρέπει να χάσει το κεφάλαιο». Εδώ τουλάχιστον υπάρχει ιδεολογική συνέπεια: η λύση είναι δεδομένη πριν ακόμη εξεταστεί το πρόβλημα. Μόνο που μια οικονομία δεν λειτουργεί ως παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, όπου κάθε ευρώ που κερδίζει ο εργαζόμενος πρέπει υποχρεωτικά να χαθεί από τον επιχειρηματία. Επενδύσεις, παραγωγικότητα, ανταγωνισμός, φορολογία, κόστος χρήματος και απασχόληση συνδέονται μεταξύ τους. Αν η απάντηση σε κάθε πρόβλημα είναι «να χάσει το κεφάλαιο», τότε το επόμενο ερώτημα είναι απολύτως λογικό: ποιος θα επενδύσει, ποιος θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας και ποιος θα χρηματοδοτήσει την ανάπτυξη; Η Ελληνική Λύση, από την άλλη, επιλέγει το ακόμη πιο εύκολο «ο ελληνικός λαός πεινάει», ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ βαφτίζει την ακρίβεια «βασικό συστατικό της πολιτικής» της Νέας Δημοκρατίας. Καμία από τις δύο διατυπώσεις, όμως, δεν συνιστά οικονομική πολιτική.
Η Πλεύση Ελευθερίας ζητά μονιμοποίηση των εποχικών πυροσβεστών και υιοθέτηση από τη Βουλή των παιδιών πυροσβεστών που έχασαν τη ζωή τους στο καθήκον. Πρόκειται για ζητήματα με αυτονόητο κοινωνικό και συναισθηματικό βάρος. Όμως και εδώ η πολιτική συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στο ποιος θα εμφανιστεί ως περισσότερο «προστάτης». Η μονιμοποίηση προσωπικού στο Δημόσιο είναι θεσμική και δημοσιονομική απόφαση, ενώ κάθε ειδική ρύθμιση χρειάζεται σαφή κριτήρια, κανόνες και ισονομία. Το να δηλώνεις ότι θα είσαι «τείχος προστασίας» είναι επικοινωνιακά αποτελεσματικό. Το να εξηγείς ποιο ακριβώς νομοθετικό πλαίσιο θα δημιουργήσεις, πόσους αφορά, πόσο κοστίζει και πώς θα ενταχθεί στον κρατικό μηχανισμό είναι η δύσκολη δουλειά. Και αυτή, για ακόμη μία φορά, μένει εκτός κάδρου.
Και μέσα σε αυτό το σκηνικό έρχεται ο Αλέξης Τσίπρας να παρουσιάσει το οικονομικό πρόγραμμα της ΕΛΑΣ στη Θεσσαλονίκη, προσθέτοντας ακόμη έναν παίκτη στην ήδη φορτισμένη προεκλογική σκηνή. Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι πόσα συνθήματα θα ακουστούν μέχρι τη ΔΕΘ. Είναι αν θα υπάρξει επιτέλους αντιπολιτευτικός λόγος που να αντέχει στο φως της επόμενης ημέρας. Γιατί το «φορολογώ τα υπερκέρδη», το «να χάσει το κεφάλαιο», το «ο λαός πεινάει», το «αντιστρέφουμε την πολιτική» και το «τείχος προστασίας» είναι φράσεις που παράγουν χειροκρότημα. Δεν παράγουν όμως από μόνες τους ούτε ανάπτυξη, ούτε χαμηλότερες τιμές, ούτε δημοσιονομικό χώρο, ούτε καλύτερη λειτουργία του κράτους. Και όσο η αντιπολίτευση επιμένει να παρουσιάζει τις πολιτικές της επιθυμίες ως έτοιμες λύσεις, τόσο περισσότερο αποκαλύπτει ότι το πραγματικό της πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη συνθημάτων. Είναι η έλλειψη πειστικών απαντήσεων στο «και μετά τι;».