Στη συζήτηση για τον προϋπολογισμό, η αντιπολίτευση επενδύει ξανά στην καταγγελία, αποφεύγοντας επιδεικτικά τη σύγκρουση με τα πραγματικά δεδομένα της αγοράς εργασίας.
Στη γνωστή της συνταγή κατέφυγε για ακόμη μία φορά η αντιπολίτευση στη συζήτηση για τον προϋπολογισμό του 2026: δραματικοί τόνοι, βαριές εκφράσεις και μια πραγματικότητα κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της. Με αφορμή την παρουσίαση της «ιστορικής κοινωνικής συμφωνίας» για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, τα κόμματα της Αριστεράς έσπευσαν να καταγγείλουν «ψέματα», λες και η συμφωνία με εργαζόμενους και εργοδότες είναι κάποιο κυβερνητικό μοντάζ. Όταν όμως η υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως ξεκαθάρισε ότι η συμφωνία έρχεται στη Βουλή και θα απαιτήσει καθαρές ψήφους, η ρητορική περί «κοροϊδίας» άρχισε να θυμίζει περισσότερο προετοιμασία υπαναχώρησης.
Η αντιπολίτευση μιλά διαρκώς για μισθούς και ακρίβεια, αλλά αποφεύγει πεισματικά να απαντήσει στο βασικό ερώτημα: πώς γίνεται μια χώρα που –κατά τα λεγόμενά της– «καταρρέει εργασιακά», να έχει μειώσει την ανεργία από το 18% στο 8%, να έχει αυξήσει τον κατώτατο μισθό από τα 650 στα 880 ευρώ και να προετοιμάζει νέα αύξηση το 2026; Πώς γίνεται να έχει περισσότερες συμβάσεις πλήρους απασχόλησης και χαμηλότερη ανεργία από χώρες-πρότυπα για την αντιπολίτευση, όπως η Σουηδία ή η Ισπανία; Αυτά τα ερωτήματα μένουν επιμελώς αναπάντητα, γιατί τα στοιχεία δεν εξυπηρετούν το αφήγημα της μόνιμης καταστροφής.
Καταγγελίες περί «φτωχοποίησης»
ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ και Νέα Αριστερά συναγωνίζονται σε καταγγελίες περί «φτωχοποίησης», «εσωτερικής υποτίμησης» και «εργασιακής κόλασης», ανακαλύπτοντας ξαφνικά υπερωρίες, 13ωρα και Σαββατοκύριακα εργασίας – λες και όλα αυτά έπεσαν από τον ουρανό το 2019. Είναι η ίδια αντιπολίτευση που κυβέρνησε, νομοθέτησε ή στήριξε πολιτικές χωρίς ποτέ να λύσει το πρόβλημα της αδήλωτης εργασίας ή της ανεργίας-μαμούθ. Τώρα, όμως, που τα στοιχεία δείχνουν αύξηση δηλωμένων υπερωριών και βελτίωση δεικτών, βαφτίζει την καταγραφή «εκμετάλλευση» και την πρόοδο «αυτοθαυμασμό».
Η ειρωνεία είναι προφανής: τα κόμματα που επί χρόνια υπόσχονταν τα πάντα στους εργαζόμενους, σήμερα αρνούνται να πουν αν θα ψηφίσουν μια συμφωνία που ανοίγει τον δρόμο για περισσότερες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας. Προτιμούν τις καταγγελίες από τις αποφάσεις και το πολιτικό θόρυβο από την ευθύνη. Γιατί στο τέλος της ημέρας, η αντιπολίτευση δεν φοβάται τα «αντεργατικά μέτρα» που επικαλείται· φοβάται να πάρει ξεκάθαρη θέση απέναντι σε μια πραγματικότητα που δεν της επιτρέπει πια να κρύβεται πίσω από εύκολα συνθήματα.

