Μια νέα συζήτηση για τη θέση της Βρετανίας απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση άνοιξε ο πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ, δηλώνοντας από το συνέδριο των Εργατικών στο Λίβερπουλ ότι το Brexit «έκανε περισσότερο κακό παρά καλό».

Στην πρώτη μεγάλη συνεδριακή ομιλία του ως πρωθυπουργού και αρχηγού των Εργατικών, ο Μπέρναμ δεσμεύτηκε ότι η κυβέρνησή του θα παρουσιάσει στη βρετανική κοινή γνώμη διαφορετικές επιλογές για τη μακροπρόθεσμη σχέση της χώρας με την ΕΕ, επιδιώκοντας παράλληλα ευρύτερη πολιτική συναίνεση.

Ο ίδιος δεν εξήγγειλε επιστροφή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ούτε δεσμεύτηκε για επανένταξη στην ενιαία αγορά ή την τελωνειακή ένωση. Ωστόσο, η τοποθέτησή του σηματοδοτεί σαφή μετατόπιση της βρετανικής συζήτησης, δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα του 2016.

«Πρέπει να αποφασίσουμε τι σχέση θέλουμε με την Ευρώπη»

Ο Μπέρναμ υποστήριξε ότι η ΕΕ παραμένει η μεγαλύτερη αγορά για τη Βρετανία και ότι το Λονδίνο δεν μπορεί να σχεδιάσει την οικονομική του πορεία για τις επόμενες δεκαετίες χωρίς να αποσαφηνίσει τη σχέση του με τους Ευρωπαίους εταίρους.

Κατά τον Βρετανό πρωθυπουργό, το Brexit δεν απέδωσε τα οφέλη που είχαν υποσχεθεί οι υποστηρικτές του, με αποτέλεσμα να χρειάζεται πλέον επανεξέταση του σημερινού μοντέλου συνεργασίας.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο μεταναστευτικό, αμφισβητώντας ένα από τα κεντρικά επιχειρήματα της εκστρατείας υπέρ της εξόδου. Όπως υποστήριξε, ο έλεγχος της μετανάστευσης έχει σε ορισμένα επίπεδα αποδυναμωθεί μετά το Brexit, καθώς η Βρετανία αποχώρησε από ευρωπαϊκούς μηχανισμούς συνεργασίας.

Η επόμενη σύνοδος Ηνωμένου Βασιλείου – ΕΕ, που αναμένεται το φθινόπωρο, αποκτά έτσι αυξημένο πολιτικό βάρος, καθώς Λονδίνο και Βρυξέλλες πρόκειται να συζητήσουν την περαιτέρω συνεργασία τους, μεταξύ άλλων στο εμπόριο και τη μετανάστευση.

Αλλαγές στις συντάξεις και νέα υπηρεσία κοινωνικής φροντίδας

Η Ευρώπη αποτέλεσε ένα μόνο μέρος της ομιλίας του Μπέρναμ, ο οποίος παρουσίασε ένα ευρύτερο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων υπό το σύνθημα «Hope Again».

Στο επίκεντρο βρίσκεται η δημιουργία Εθνικής Υπηρεσίας Κοινωνικής Φροντίδας, στα πρότυπα του NHS, με στόχο οι υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας να παρέχονται δωρεάν στο σημείο χρήσης.

Για τη χρηματοδότηση του νέου συστήματος, ο Μπέρναμ προανήγγειλε αλλαγή, από το 2030, του λεγόμενου «triple lock» στις κρατικές συντάξεις, εφόσον οι Εργατικοί εξακολουθούν να βρίσκονται στην κυβέρνηση.

Με το σημερινό καθεστώς, οι συντάξεις αυξάνονται κάθε χρόνο με βάση το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ πληθωρισμού, αύξησης των μέσων μισθών και 2,5%. Η πρόταση προβλέπει μετάβαση σε ένα «double lock», με τις αυξήσεις να ακολουθούν τουλάχιστον τον πληθωρισμό ή το 2,5%, ενώ προβλέπεται πρόσθετη προστασία για τους χαμηλοσυνταξιούχους.

Παρεμβάσεις σε στέγαση, ενέργεια και νερό

Ο Βρετανός πρωθυπουργός ανακοίνωσε επίσης νέο πρόγραμμα στήριξης όσων αγοράζουν για πρώτη φορά κατοικία, με ιδιαίτερη έμφαση στους πολίτες που δεν διαθέτουν οικονομική βοήθεια από τις οικογένειές τους.

Στην ενέργεια, προωθείται το «Great British Grid», ένας δημόσιος μηχανισμός που θα επενδύσει στην αναβάθμιση του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας και θα ενισχύσει τον δημόσιο ρόλο στις κρίσιμες υποδομές.

Αλλαγές σχεδιάζονται και στον τομέα της ύδρευσης, με τον Μπέρναμ να έχει αφήσει ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο επιστροφής ορισμένων εταιρειών σε δημόσια ιδιοκτησία.

Παράλληλα, ανακοίνωσε τη δημιουργία εθνικής επιτροπής που θα εξετάσει τη μεταρρύθμιση του εκλογικού συστήματος, επαναλαμβάνοντας ότι οι Εργατικοί σκοπεύουν να συμπεριλάβουν στο επόμενο πρόγραμμά τους πρόταση μετάβασης από το σημερινό «first past the post» προς την αναλογική εκπροσώπηση.

Η νέα γραμμή απέναντι στο Brexit

Η σημαντικότερη πολιτική μετατόπιση της ομιλίας, πάντως, αφορά την Ευρώπη. Οι βρετανικές κυβερνήσεις μετά το Brexit επιχείρησαν κατά καιρούς να βελτιώσουν τις σχέσεις με τις Βρυξέλλες, χωρίς να ανοίξουν εκ νέου τη συζήτηση για τις βασικές επιλογές που ακολούθησαν το δημοψήφισμα.

Ο Μπέρναμ πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα, καθώς θέτει πλέον δημόσια το ερώτημα εάν το σημερινό μοντέλο εξυπηρετεί τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα της Βρετανίας.

Χωρίς να προαναγγέλλει επιστροφή στην ΕΕ, ανοίγει έτσι τη συζήτηση για μια νέα βρετανική σχέση με την Ευρώπη, στην οποία ακόμη και ορισμένες από τις μέχρι σήμερα «κόκκινες γραμμές» ενδέχεται να επανεξεταστούν. Το εύρος αυτής της μετατόπισης αναμένεται να φανεί στις επόμενες διαπραγματεύσεις Λονδίνου και Βρυξελλών.