Το αν «η Κύπρος κείται μακράν» εξαρτάται από το ποιος κυβερνά στην Αθήνα.
Οι βρετανικές βάσεις στην Κύπρο έχουν επανέλθει στο προσκήνιο, μετά το πρόσφατο πλήγμα που δέχθηκαν εγκαταστάσεις τους, από drone προερχόμενο, προφανώς, από τον Λίβανο.
Σκοπός του παρόντος δεν είναι να εξετάσει το νομικό καθεστώς των βάσεων, αλλά να εξηγήσει τη σημασία τους για το Ηνωμένο Βασίλειο.
Θα πρέπει εξ αρχής να σημειωθεί ότι, όταν αναφερόμαστε στις βάσεις, εννοούμε μια έκταση πέραν των 250 χλμ², η οποία αντιπροσωπεύει ποσοστό σχεδόν 3% του συνολικού εδάφους της Κύπρου. Το καθαρά στρατιωτικό μέρος της έκτασης αυτής (αεροδρόμιο, στρατώνες, εγκαταστάσεις επικοινωνιών κ.λπ.) είναι κατά πολύ μικρότερο.
Η μη-στρατιωτική περιοχή των βάσεων περιλαμβάνει χωρία στα οποία κατοικούν πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας (γύρω στις 10,000), τουριστικές εγκαταστάσεις, σχολεία, υποδομές (ο δεύτερος μεγαλύτερος ηλεκτροπαραγωγός σταθμός της χώρας), ενώ σ' αυτές εργάζεται μεγάλος αριθμός Κυπρίων πολιτών (Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων).
Σήμερα, οι βρετανικές βάσεις αποτελούν τη μόνη σημαντική στρατηγική υποδομή του ΗΒ στην Μεσόγειο.
Είναι ενδεικτικό της σημασίας που πάντοτε απέδιδε το ΗΒ στις βάσεις, το γεγονός ότι το καθεστώς λειτουργίας τους ρυθμίζεται λεπτομερώς και εξαντλητικά (πέραν των 10 σελίδων) από το Παράρτημα «Ο» της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Θυμάμαι, όταν πριν μερικές δεκαετίες έκανα την έρευνα για τη διατριβή μου στα βρετανικά Δημόσια Αρχεία, εντόπισα τα προπαρασκευαστικά έγγραφα της βρετανικής κυβέρνησης και την αλληλογραφία μεταξύ των εμπλεκομένων υπουργείων για την προετοιμασία της διάσκεψης του Λονδίνου και των Συνθηκών για την ανεξαρτησία της Κύπρου. Ένα ποσοστό, που προσέγγιζε το 90% των εγγράφων αυτών, αφορούσε στο καθεστώς και στη λειτουργία των βάσεων. Τα υπόλοιπα αφορούσαν στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στη Συνθήκη Συμμαχίας και στη Συνθήκη Εγγυήσεως.
Τίποτα, σ' ό,τι αφορούσε τις βάσεις, δεν αφέθηκε στην τύχη. Μέχρι και η τελευταία λεπτομέρεια ρυθμίστηκε εξαντλητικά. Ενδεικτική η ακόλουθη πρόνοια για τη λειτουργία του ηλεκτροπαραγωγού σταθμού Δεκέλειας:
«Notwithstanding that the Dhekelia Power Station will stand on territory of the Republic of Cyprus, if the Power Station fails, by reason of absence or insufficiency of staff, labour or equipment, to provide adequate supplies of power to the United Kingdom authorities [...] the United Kingdom may in consultation with, or in cases of urgency on notification to, the authorities of the Republic of Cyprus, provide their own staff, labour and equipment to ensure the provision of such supplies so long as the deficiency continues».
Ανάλογα ισχύουν και για τις οδηγίες με τις οποίες ήλθε στην Κύπρο ο πρώτος Βρετανός Ύπατος Αρμοστής (Πρέσβυς) το 1960: από τις 10 σελίδες των γραπτών οδηγιών του, οι 7-8 αφορούσαν στον τρόπο χειρισμού θεμάτων των βάσεων˙ με μια ενδιαφέρουσα επισήμανση του Foreign Office: ότι η απρόσκοπτη λειτουργία των βάσεων και η εκπλήρωση της αποστολής τους περνά μέσα από την αγαστή συνεργασία και τις καλές σχέσεις με τις Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η κατάσταση αυτή δεν έχει ουσιαστικά μεταβληθεί μέχρι σήμερα, παρά την πάροδο 60 και πλέον ετών.
Η δεκαετία του 1950 σημαδεύτηκε από την εμφάνιση και ενίοτε την επικράτηση ριζοσπαστικών-εθνικιστικών κινημάτων και καθεστώτων στην περιοχή: Αίγυπτος το 1952, Ιράν το 1953, Λίβανος και Ιράκ το 1958, με αποκορύφωμα την «έξωση» των Αγγλο-Γάλλων από το Σουέζ το 1956˙ και φυσικά την ανεξαρτησία της Κύπρου το 1960.
Οι χώρες αυτές, πλην του Λιβάνου, ανήκαν στη βρετανική σφαίρα επιρροής, με άμεσα πολιτικά, στρατιωτικά και οικονομικά συμφέροντα του ΗΒ σ' αυτές. Βρισκόμασταν, όμως, και σε περίοδο Ψυχρού Πολέμου, με εμφανή προσπάθεια της Σοβιετικής Ένωσης για διείσδυση και ανεύρεση μόνιμων ερεισμάτων στην περιοχή.
Αν οι τότε συνθήκες οδήγησαν στην (πολιτική) αποχώρηση της Βρετανίας από την Κύπρο, τα γεωπολιτικά δεδομένα επέβαλλαν την στρατιωτική παραμονή της.
Τα δεδομένα αυτά καθόρισαν και τη διττή μορφή που έλαβε η παρουσία αυτή στην Κύπρο: αεροπορική και στρατιωτική επιχειρησιακή ικανότητα και δυνατότητα ηλεκτρονικής συλλογής πληροφοριών από την ευρύτερη περιοχή και πέραν αυτής, μέχρι τα βάθη της Σοβιετικής Ένωσης.
Παρά την πάροδο έξι δεκαετιών, τα δεδομένα αυτά δεν διαφοροποιήθηκαν ουσιαστικά. Η διαρκής πολιτική αστάθεια στην περιοχή, η έντονη παρουσία και δράση τρομοκρατικών οργανώσεων, το ριζοσπαστικό θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν, καθορίζουν και τις σημερινές προτεραιότητες του Ηνωμένου Βασιλείου. Οι λόγοι αυτοί υπαγορεύουν επίσης και το έντονο αμερικανικό ενδιαφέρον για διατήρηση του καθεστώτος των βάσεων.
Οι κεραίες στον Άγιο Νικόλαο της περιοχής Αμμοχώστου και τα radar στην κορυφή του Τροόδους αποτελούν πάντοτε σημαντικά και απαραίτητα μέσα ηλεκτρονικής συλλογής πληροφοριών και παρακολούθησης δραστηριοτήτων κρατικών και μη-κρατικών οντοτήτων που δρουν στην ευρύτερη περιοχή. Αποτελούν ζωτικό μέρος του δικτύου συλλογής πληροφοριών του ΗΒ, όχι μόνο στην περιοχή της Μεσογείου και της ευρύτερης Εγγύς Ανατολής, αλλά και παγκοσμίως.
Ειδικότερα, οι εγκαταστάσεις του Αγίου Νικολάου (οι μεγαλύτερες του είδους τους εκτός ΗΒ) είναι «κρίκος» του συστήματος ECHELON, οι εγκαταστάσεις του οποίου εκτείνονται από τον Νότιο Ειρηνικό και μέσω αριθμού χωρών καταλήγουν στα κέντρα συλλογής, επεξεργασίας και ανάλυσης πληροφοριών στο ΗΒ και τις ΗΠΑ. Για τον λόγο αυτόν, οι ΗΠΑ καταβάλλουν περίπου το 50% του κόστους λειτουργίας και συντήρησης τους. Ανάλογα ισχύουν και για τις εγκαταστάσεις στο Τρόοδος.
Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι το ECHELON, πέραν του αρχικού του ρόλου για την παρακολούθηση στρατιωτικών και διπλωματικών επικοινωνιών, έχει σήμερα μετεξελιχθεί και σε ζωτικής σημασίας σύστημα παρακολούθησης ιδιωτικών και εμπορικών επικοινωνιών, άλλως «βιομηχανικής κατασκοπίας».
Διαφορετική, αλλά εξ ίσου σημαντική, είναι η χρησιμότητα της αεροπορικής βάσης Ακρωτηρίου. Σημαντική, όχι μόνο για το ΗΒ, αλλά και για το ΝΑΤΟ (ιδιαίτερα τη στήριξη της νοτιοανατολικής του πτέρυγας) και το δυτικό σύστημα ασφαλείας (στο οποίο ανήκει τόσο η Ελλάδα, όσο και η Κύπρος) γενικότερα. Μια βάση που παρέχει στο ΗΒ την δυνατότητα να συμβάλλει αποτελεσματικά στην ασφάλεια και σταθερότητα της μείζονος περιοχής και του εξασφαλίζει την ικανότητα να επιχειρεί κατά της τρομοκρατίας, προστατεύοντας έτσι και το λεγόμενο «homeland security», να συμμετέχει σε στρατιωτικές αποστολές στην περιοχή (πόλεμος του Κόλπου, πόλεμος Ιράκ, πόλεμος κατά «Ισλαμικού Κράτους» κ.λπ.), να αναλαμβάνει ή να συμμετέχει σε ανθρωπιστικές αποστολές και να παρέχει στο ΗΒ και τους συμμάχους του την ικανότητα ανάπτυξης και υποστήριξης επιχειρήσεων σε μια εκτεταμένη γεωγραφική περιοχή.
Όλα τα πιο πάνω συνοψίζονται επιγραμματικά στην ακόλουθη δήλωση στη Βουλή των Κοινοτήτων, τον Δεκέμβριο 2012, του τότε Υπουργού Αμύνης, Philip Hammond:
«The Sovereign Base areas are in a region of geo-political importance and high priority for the United Kingdom's long term national security interests... Our military personnel, United Kingdom civilians and locally employed personnel in the Sovereign Base Areas make a major contribution to the national security of the United Kingdom and will continue to do so in the future».
Στα Έγγραφα Αμυντικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας του ΗΒ, του 2010 και του 2021, η πιο πάνω δήλωση του Hammond μετουσιώνεται σε πολιτική προτεραιότητα, με τη δέσμευση της διατήρησης και της αναβάθμισης των βάσεων.
Για πέντε σχεδόν δεκαετίες η συνεργασία μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και των αρχών των βάσεων υπήρξε προβληματική και χαρακτηριζόταν από εκατέρωθεν καχυποψία.
Τα γεγονότα της δεκαετίας του 2010 («Ισλαμικό κράτος», ευρωπαϊκός-δυτικός αναπροσανατολισμός της εξωτερικής πολιτικής της Κύπρου), οδήγησαν σε ουσιαστική βελτίωση της κατάστασης αυτής και την εδραίωση μιας συνεργασίας σε σειρά θεμάτων, επιχειρησιακών και άλλων, προς όφελος και των δυο πλευρών, παρά το γεγονός ότι κάποια προβλήματα παραμένουν.
Η βρετανική προσφορά, το 2003, για επιστροφή του 45% του εδάφους των βάσεων, σε περίπτωση λύσης του Κυπριακού, δεν εκκινούσε μόνο από την επιθυμία αποδοχής του σχεδίου Ανάν. Για τους Βρετανούς, συνεπαγόταν και την απαλλαγή από ένα μεγάλο οικονομικό και διοικητικό βάρος, ενώ η επιχειρησιακή ικανότητα των βάσεων θα παρέμενε άθικτη. Ήταν, όμως, βέβαιο πως θα εδημιουργείτο πρόβλημα για το ποσοστό εδάφους που θα επιστρεφόταν στις δύο Κοινότητες˙ οι Τούρκοι ήγειραν τότε το θέμα.
Επ' αυτού, το Παράρτημα «P» των Συμφωνιών του 1960 είναι σαφές: σε περίπτωση κατά την οποία το Ηνωμένο Βασίλειο εγκαταλείψει την κυριαρχία ή τον αποτελεσματικό έλεγχο των βάσεων, η κυριαρχία και ο έλεγχος αυτός θα μεταφερθούν στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Καταλήγοντας, και με αφορμή την αποστολή στην Κύπρο των δυο μονάδων του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού και των Α/Φ της Πολεμικής Αεροπορίας, θα ήθελα να σημειώσω ότι, πέραν της ενίσχυσης των αποτρεπτικών δυνατοτήτων της Κυπριακής Δημοκρατίας, αποτέλεσε ουσιαστική κίνηση αναβάθμισης της στρατηγικής παρουσίας της Ελλάδος στην Αν. Μεσόγειο. Το γεγονός ότι το ελληνικό παράδειγμα ακολούθησε αριθμός άλλων Κ-Μ της ΕΕ είναι ενδεικτικό.
Όμως, η αποστολή αυτή κατέδειξε και κάτι άλλο: ότι το αν «η Κύπρος κείται μακράν», εξαρτάται από το ποιος κυβερνά στην Αθήνα.
*Ο Αλέξανδρος Ζήνων είναι πρέσβης ε.τ., πρώην γενικός διευθυντής του υπουργείου Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας και πρώην ύπατος αρμοστής της στο Ηνωμένο Βασίλειο.


