Στο μικροσκόπιο της Δικαιοσύνης βρίσκεται ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ, Γιάννης Παναγόπουλος, μετά το πόρισμα της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, που διαβιβάστηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών.

Η υπόθεση αφορά σοβαρές ενδείξεις κακουργηματικής υπεξαίρεσης και ξεπλύματος μαύρου χρήματος, με φερόμενη ζημία άνω των 2,1 εκατομμυρίων ευρώ από κρατικούς και ευρωπαϊκούς πόρους, οι οποίοι προορίζονταν για προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης εργαζομένων.

Δέσμευση λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων

Στις 3 Φεβρουαρίου 2026, η Αρχή προχώρησε στη δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών, θυρίδων και περιουσιακών στοιχείων του κ. Παναγόπουλου, καθώς και ακόμη πέντε φυσικών προσώπων, που φέρονται να εμπλέκονται στην υπόθεση. Η δέσμευση αφορά ποσά μέχρι το ύψος του εκτιμώμενου εγκληματικού προϊόντος, ενώ εξαιρούνται χρήματα για βασικές ανάγκες διαβίωσης και έξοδα νομικής υπεράσπισης.

Η έρευνα της Αρχής και τα «καμπανάκια»

Η έρευνα της Αρχής για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος είχε ξεκινήσει μήνες πριν, όταν εντοπίστηκαν ενδείξεις για αναθέσεις έργων κατάρτισης σε εταιρείες «οχήματα». Οι χρηματοδοτήσεις που εξετάστηκαν ανέρχονται συνολικά σε περίπου 73 εκατομμύρια ευρώ την περίοδο 2020–2025, γεγονός που οδήγησε τους ελεγκτές στο ξετύλιγμα ενός πολυεπίπεδου μηχανισμού διακίνησης κονδυλίων.

Ο ρόλος του προέδρου της ΓΣΕΕ

Σύμφωνα με τα ευρήματα της Αρχής, ο Γιάννης Παναγόπουλος φέρεται να είχε κεντρικό ρόλο, καθώς πέραν της ιδιότητάς του ως προέδρου της ΓΣΕΕ ήταν και επικεφαλής της επιτροπής που ενέκρινε τους αναδόχους των έργων κατάρτισης. Οι ελεγκτές εκτιμούν ότι ο ίδιος, μαζί με τα υπόλοιπα ελεγχόμενα πρόσωπα, συνδέεται με έξι εταιρείες που αναλάμβαναν εναλλάξ τα προγράμματα εκπαίδευσης.

Οι εταιρείες «οχήματα» και η διακίνηση μετρητών

Η έρευνα αποκάλυψε ότι οι αναθέσεις γίνονταν είτε απευθείας είτε μέσω διαγωνιστικών διαδικασιών σε εταιρείες που, σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν διέθεταν το απαραίτητο προσωπικό ή την αναγκαία υποδομή για την υλοποίηση των έργων. Κατά την Αρχή, οι εταιρείες αυτές λειτουργούσαν ως ενδιάμεσοι κρίκοι για τη διοχέτευση κεφαλαίων στους πραγματικούς δικαιούχους.

Από το άνοιγμα των λογαριασμών προέκυψαν μεταφορές χρημάτων ύψους περίπου 2,1 εκατ. ευρώ:
– περίπου 500.000 ευρώ διακινήθηκαν μεταξύ εταιρικών λογαριασμών
– περίπου 1,5 εκατ. ευρώ μεταφέρθηκαν σε ατομικούς λογαριασμούς των εμπλεκομένων, ακολουθούμενα από εκτεταμένες αναλήψεις μετρητών.

Κακουργηματικές κατηγορίες και επόμενα βήματα

Με βάση τα στοιχεία, η Αρχή κρίνει ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθηση υπεξαίρεσης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Το πλήρες πόρισμα, υπό τον επίτιμο αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπο Βουρλιώτη, έχει πλέον παραδοθεί στην Εισαγγελία Αθηνών, η οποία αναλαμβάνει την ποινική διερεύνηση της υπόθεσης.