Γεωπολιτική αστάθεια, παραγωγικοί περιορισμοί και οι επιπτώσεις στις διεθνείς τιμές του αργού.
Οι πρόσφατες πολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις στη Βενεζουέλα επανέφεραν δυναμικά τη χώρα στο επίκεντρο της διεθνούς επικαιρότητας και της ενεργειακής ανάλυσης. Παρότι η χώρα τα τελευταία χρόνια είχε περιορισμένο ρόλο στην πράξη στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου, η γεωπολιτική σημασία των γεγονότων και το ενεργειακό της δυναμικό καθιστούν αναγκαία μια προσεκτική αξιολόγηση των επιπτώσεων στις διεθνείς τιμές του αργού.
Η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως, ξεπερνώντας χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, το Ιράν και ο Καναδάς. Τα αποθέματά της εκτιμώνται υψηλότερα από εκείνα όλων των άλλων μεγάλων παραγωγών, γεγονός που, σε θεωρητικό επίπεδο, της δίνει τη δυνατότητα να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά. Ωστόσο, σε αντίθεση με χώρες όπως η Σαουδική Αραβία ή οι Ηνωμένες Πολιτείες, που έχουν υψηλή και σταθερή παραγωγική ικανότητα, η Βενεζουέλα αδυνατεί εδώ και χρόνια να μετατρέψει τα αποθέματά της σε πραγματική προσφορά.
Η πετρελαϊκή βιομηχανία της χώρας έχει υποστεί σοβαρή υποβάθμιση, λόγω δεκαετιών κακής διαχείρισης, πολιτικοποίησης της κρατικής εταιρείας PDVSA, εκτεταμένης διαφθοράς και αποχώρησης εξειδικευμένου προσωπικού. Οι διεθνείς κυρώσεις επιδείνωσαν την κατάσταση, περιορίζοντας την πρόσβαση σε χρηματοδότηση, τεχνολογία και ανταλλακτικά. Ως αποτέλεσμα, η παραγωγή κατέρρευσε από επίπεδα άνω των 3 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως σε ποσότητες που σήμερα αντιστοιχούν σε λιγότερο από το 1% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου.
Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η παγκόσμια κατανάλωση κυμαίνεται γύρω στα 100 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, η συμβολή της Βενεζουέλας είναι πλέον περιορισμένη. Η διαμόρφωση των τιμών εξαρτάται κυρίως από την παραγωγή των Ηνωμένων Πολιτειών, τις αποφάσεις του ΟΠΕΚ+, με πρωταγωνιστές τη Σαουδική Αραβία και τη Ρωσία, καθώς και από τη ζήτηση μεγάλων οικονομιών, όπως η Κίνα και η Ινδία.
Υπό αυτό το πρίσμα, οι πρόσφατες εξελίξεις στη Βενεζουέλα δεν προκάλεσαν έντονες ή ανεξέλεγκτες μεταβολές στις τιμές του πετρελαίου. Η αντίδραση των αγορών ήταν συγκρατημένη, καθώς δεν υπήρξε άμεση απειλή για τη συνολική παγκόσμια προσφορά. Ωστόσο, καταγράφηκε ήπια ανοδική πίεση στις τιμές, αποτέλεσμα της αύξησης του γεωπολιτικού ρίσκου και της αβεβαιότητας, που συνοδεύει κάθε σοβαρή αποσταθεροποίηση σε χώρα με τόσο μεγάλο ενεργειακό δυναμικό.
Η ουσιαστική σημασία των εξελίξεων εντοπίζεται κυρίως στον μεσο- και μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Εφόσον προκύψει πολιτική σταθεροποίηση και αρθούν σταδιακά οι περιορισμοί, η Βενεζουέλα θα μπορούσε να προσελκύσει εκ νέου διεθνείς επενδύσεις στον ενεργειακό της τομέα. Παρ’ όλα αυτά, τα περισσότερα κοιτάσματα είναι βαριά και τεχνικά απαιτητικά, γεγονός που συνεπάγεται υψηλό κόστος εξόρυξης και μακρά περίοδο αποκατάστασης των υποδομών. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι θα απαιτηθούν πολλά χρόνια και δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια για να αυξηθεί η παραγωγή σε επίπεδα ικανά να επηρεάσουν ουσιαστικά τις διεθνείς τιμές.
Στο βασικό σενάριο, η αστάθεια παραμένει και η παραγωγή συνεχίζει να κινείται σε χαμηλά επίπεδα, με τις επιπτώσεις στις τιμές να περιορίζονται σε βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις. Σε ένα πιο αισιόδοξο σενάριο σταδιακής σταθεροποίησης, η αγορά δεν αναμένεται να επηρεαστεί άμεσα, ενώ μακροπρόθεσμα θα μπορούσε να ασκηθεί ήπια καθοδική πίεση στις τιμές. Μόνο σε ένα σενάριο πλήρους επανεκκίνησης της πετρελαϊκής βιομηχανίας θα μπορούσε η Βενεζουέλα να μετατραπεί ξανά σε παράγοντα που επηρεάζει ουσιαστικά την παγκόσμια προσφορά.
Κλείνοντας, οι εξελίξεις στη Βενεζουέλα έχουν σήμερα περισσότερο γεωπολιτικό παρά άμεσο οικονομικό αντίκτυπο στις τιμές του πετρελαίου. Η πραγματική τους σημασία αφορά το αν και πότε η χώρα θα μπορέσει να μετατρέψει τα τεράστια αποθέματά της σε ουσιαστική παραγωγική ισχύ.
* Ο Χρήστος Κουπελίδης είναι Οικονομολόγος & Σύμβουλος Στρατηγικής Ανάπτυξης

