Μια σοβαρή ανατροπή στη διεθνή ενεργειακή πολιτική έχει ήδη προκαλέσει η απομάκρυνση του προέδρου Μαδούρο.

Αναλυτές στις αγορές ενέργειας εκτιμούν ότι η Βενεζουέλα, παρότι η παραγωγή της έχει μειωθεί δραστικά τις τελευταίες δεκαετίες, διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα αργού πετρελαίου στον κόσμο, περίπου 303 δισεκατομμύρια βαρέλια, όμως η παραγωγή της έχει καταρρεύσει στα 1,1 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, πολύ κάτω από τα 3,5 εκατομμύρια που παρήγαγε στο παρελθόν λόγω παλαιών υποδομών και κυρώσεων.

Από τη σκοπιά της διεθνούς αγοράς πετρελαίου, οι πρώτες ενδείξεις είναι αντιφατικές και πολύπλοκες. Σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, οι τιμές του Brent και του WTI έχουν δείξει μέτρια ανοδική τάση γύρω στα 60-62 δολάρια το βαρέλι, αντανακλώντας τον φόβο διαταραχής της προσφοράς μιας από τις παλαιότερα σημαντικές εξαγωγικές χώρες, ενώ ταυτόχρονα βλέπουν και τις γενικότερες πιέσεις από την υπερπροσφορά και τις αλλαγές στη ζήτηση.

Ειδικοί σχολιάζουν ότι αυτές οι κινήσεις τιμών δεν μοιάζουν με τα ράλι των προηγούμενων δεκαετιών, αλλά με σποραδικές διακυμάνσεις που αντανακλούν το γεωπολιτικό ρίσκο και την ευρύτερη εικόνα της αγοράς. Αναλυτές της αγοράς πετρελαίου και Έλληνες εφοπλιστές με εξειδίκευση στις ενεργειακές μεταφορές, καλοί γνώστες της αγοράς πετρελαίου με τους οποίους επικοινώνησε «Το Μανιφέστο», επισημαίνουν ότι αν οι εξαγωγές από την Καραϊβική μπλοκαριστούν για μεγάλο διάστημα, θα συμβάλλουν στην άνοδο των τιμών των καυσίμων βραχυπρόθεσμα. Η ισορροπία όμως παραμένει εύθραυστη.

Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι η παγκόσμια παραγωγή χωρών όπως οι ΗΠΑ, η Βραζιλία, ο Καναδάς και η Αργεντινή έχει αυξηθεί και οι περικοπές στην παραγωγή από το OPEC+ έχουν μειωθεί, υπάρχει προοπτική για υπερπροσφορά στον ορίζοντα, η οποία θα μπορούσε να συγκρατήσει ή ακόμη και να πιέσει προς τα κάτω τις τιμές μακροπρόθεσμα από 65-60 δολάρια το βαρέλι.

Παράλληλα, χώρες που εξαρτώνται από φθηνό πετρέλαιο ή που έχουν στενές οικονομικές σχέσεις με τη Βενεζουέλα, όπως η Κίνα, ενδέχεται να αναζητήσουν εναλλακτικές πηγές ενεργειακής ασφάλειας, αλλάζοντας τις παγκόσμιες ροές εμπορίου και επενδύσεων. Ενδεικτικά μια ημέρα πριν από την απομάκρυνση του Μαδούρο, η Βενεζουέλα υπέγραψε με κινεζική αντιπροσωπεία όχι μόνο επέκταση της εμπορικής συμφωνίας για το πετρέλαιο, αλλά άνοιγε σε κινεζικές εταιρείες πετρελαίου τον δρόμο για «επενδύσεις» εντός της Βενεζουέλας!

Ακόμη κι αν οι ΗΠΑ κατορθώσουν να επαναφέρουν μεγάλους παίκτες του πετρελαίου στις επενδύσεις στη Βενεζουέλα και να αναζωογονήσουν την παραγωγή, το κόστος και ο χρόνος για την ανασυγκρότηση των υποδομών είναι τεράστιος. Εκτιμάται ότι περισσότερα από 100 δισεκατομμύρια δολάρια απαιτούνται για να επανέλθει η παραγωγή σε υψηλότερα επίπεδα και για να «βγουν» οι επενδύσεις πρέπει σταθερά το πετρέλαιο στην παγκόσμια αγορά για τα επόμενα χρόνια να μην πέφτει κάτω από τα 65 δολάρια.

Οι επιπτώσεις για την Ελλάδα

Για την Ελλάδα οι επιπτώσεις στην αγορά ενέργειας θα είναι κυρίως έμμεσες, αλλά όχι αμελητέες. Η χώρα εισάγει το μεγαλύτερο μέρος των ενεργειακών αναγκών της, με το πετρέλαιο και τα προϊόντα του να συνεχίζουν να παίζουν κρίσιμο ρόλο στην οικονομία, ειδικά στα καύσιμα μεταφορών και στο ναυτιλιακό κόστος.

Οι βασικές εισαγωγές γίνονται από τη Λιβύη, τη Σαουδική Αραβία και την Αίγυπτο. Το κόστος αυτών των εισαγωγών ανήλθε σε περισσότερα από 14 δισεκατομμύρια δολάρια για το 2023, παρουσιάζοντας ωστόσο μια ελαφρά μείωση σε σχέση με το προηγούμενο έτος, κυρίως λόγω της εξομάλυνσης της διεθνούς ζήτησης και της διόρθωσης των τιμών.

Για το 2026, οι προβλέψεις που περιλαμβάνονται στον κυβερνητικό σχεδιασμό και στις αναλύσεις των διεθνών οίκων δείχνουν μια τάση σταθεροποίησης σε χαμηλότερα επίπεδα. Η ελληνική οικονομία φαίνεται να ποντάρει σε μια μέση τιμή για το πετρέλαιο τύπου Brent κοντά στα 64 δολάρια ανά βαρέλι. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται στην προσδοκία ότι η παγκόσμια αγορά θα βρεθεί αντιμέτωπη με αυξημένη προσφορά από παραγωγούς εκτός του σχήματος OPEC+, γεγονός που αναμένεται να πιέσει τις τιμές προς τα κάτω.

Παρά την αισιοδοξία αυτήν, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι οι εξελίξεις στη Βενεζουέλα παραμένουν ένας αστάθμητος παράγοντας που μπορεί να προκαλέσει ξαφνικές διακυμάνσεις και να επιβάλει πρόσθετα ασφάλιστρα κινδύνου στις διεθνείς συναλλαγές. Κάθε αύξηση στις διεθνείς τιμές του Brent μεταφράζεται σε αυξημένο κόστος εισαγωγών και ενδεχομένως σε αυξήσεις στις τιμές λιανικής των καυσίμων στην ελληνική αγορά.

Ταυτόχρονα, η Ελλάδα εισάγει και φυσικό αέριο συνεπώς κάθε γεωπολιτικό σοκ μπορεί να οδηγήσει σε ανατιμήσεις ή διακυμάνσεις στις τιμές του LNG και του φυσικού αερίου, επηρεάζοντας το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και παραγωγής.