H αήθης επίθεση κατά του Οικουμενικού Πατριάρχου, από τη Μόσχα, μετά τη Θεία Λειτουργία των Θεοφανίων, προξένησε αλγεινή εντύπωση απανταχού εις την οικουμένη.

Ανέδειξε δε τη σοβούσα χρόνια αντιπαράθεση του Πατριαρχείου της Ρωσίας με την Κωνσταντινούπολη για τη διεκδίκηση της πρωτοκαθεδρίας της απανταχού Ορθοδοξίας.

Η Ρωσία καθίσταται, έκπαλαι, θιασώτης του διαχρονικού αφηγήματος της «Τρίτης Ρώμης», δρώσα, αυθαιρέτως, ως αυτόκλητος διάδοχος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, τόσο πολιτικά όσο και θρησκευτικά, επιδιώκοντας, συν τοις άλλοις, να ασκήσει τη δέουσα επιρροή εισέτι και εις ορισμένες μονές του Αγίου Όρους, διεκδικώντας κυκλοτερώς την καθολική εξουσία επί της «αυθεντικής» δήθεν εκδοχής και εκπροσωπήσεως της ζώσης ορθοδόξου παραδόσεως.

Η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία και η ισχύς της καθίστανται προδήλως αιχμή του δόρατος, δοθέντος ότι επενεργεί ενίοτε ως θεραπαινίδα και γεωπολιτικό εργαλείο της πολιτικής και πολιτισμικής της επικυριαρχίας, πλην όμως η επεκτατική αυτή στάση της προσκρούει σφόδρα προς την ιστορική πραγματικότητα του Οικουμενικού Πατριαρχείου εις το Φανάρι.

Η αξεδιάλυτη συνύφανση των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών αλλά και της διακριτικής πολιτικής επιρροής προς το Πατριαρχείο δημιουργούν κλίμα έντασης μεταξύ των δύο Πατριαρχείων, με αποτέλεσμα η Ρωσία, ως είθισται, να προπαγανδίζει ασύστολα κατασυκοφαντώντας ειδεχθώς, τον Παναγιώτατο Βαρθολομαίο, αμαυρώνοντας τον παραδεδεγμένο και έγκυρο ρόλο του, ως κραταιό φάρο της Ορθοδοξίας και συνακολούθως και εν τέλει του ελληνοχριστιανισμού ανά την οικουμένη.

Ο Παναγιώτατος φυλάττει εν τη κυριολεξία πνευματικές και ιστορικές Θερμοπύλες, ως ο θρησκευτικός ταγός και άρρηκτος συνεκτικός αρμός όλων των ορθόδοξων λαών, συνεχίζοντας αδιαλείπτως και απαρασαλεύτως τη μνήμη της περιλάμπρου Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, διατηρώντας εν τούτοις, εν τω μέτρω του δυνατού, αγαστές ισορροπίες με το τουρκικό κράτος, το οποίο ουδόλως σέβεται ως έδει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, απορρεουσών εκ της Συνθήκες της Λωζάννης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της τουρκικής αυθαιρεσίας καθίσταται αφενός το επαναλαμβανόμενο παρ’ ημίν διακαές αίτημα περί της επαναλειτουργίας της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, η οποία (λειτουργία της) διεκόπη προ 55 ετών, ήτοι εν έτει 1971, και εξακολουθεί εισέτι και σήμερον, παρά τις επανειλημμένες, προς τούτοις, διαβεβαιώσεις του τουρκικού κράτους και, εξ ετέρου, η πρόσφατη λίαν προσβλητική, μόλις εν έτει 2020, μετατροπή της Αγίας Σοφίας από χώρος παγκόσμιου πολιτισμού, εις ένα τζαμί παρά τις όποιες εναπομείνασες τοιχογραφίες, με την Υπεραγία Θεοτόκο και τον Θεάνθρωπο, καίτοι έχει χαρακτηρισθεί επισήμως Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτισμικής Κληρονομιάς από την Unesco, και παρά τις αλλεπάλληλες διεθνείς αντιδράσεις περί αυτής της απαράδεκτης ενέργειας.

Εις αυτούς τους χαλεπούς καιρούς αλλά και εις το ψαθυρό και εύθρυπτο διεθνές περιβάλλον, η Ελλάς δέον όπως παραμείνει αταλάντευτη και σταθερά ως προς τον διεθνή προσανατολισμό της και τη διαφύλαξη της δαψιλής πολιτισμική της κληρονομιάς ως κόρην οφθαλμού, εξ ου και συντάσσεται αναφανδόν εις τη διαφύλαξη των οσίων και ιερών του Γένους μας, υπό την σκέπη του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου, με την αταλάντευτη πηδαλιούχησή του παρά του Παναγιοτάτου Πατριάρχου, όστις αποδύεται επιμελώς και συστηματικώς εις τη διασφάλιση των εθνικών και θρησκευτικών μας συμφερόντων εις το διηνεκές.

Η διπλωματική δεινότητα του Οικουμενικού Πατριάρχου συνιστά ανυπερθέτως, ιδίως αυτήν την ταραχώδη και ανατρεπτική διεθνή περίοδο, εγγυητική δύναμη σταθερότητας και πυξίδα αρετής για τους απανταχού της Γης Ορθοδόξους.

*Ο Χαράλαμπος Β. Κατσιβαρδάς είναι δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω και Σ.τ.Ε., ανεξάρτητος βουλευτής.