Το «επιχείρημα» ότι στην Ευρώπη οι κυβερνήσεις συνεργασίας τα πάνε μια χαρά διαψεύδεται στην πράξη από όσα συμβαίνουν εδώ και πολλές μέρες σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων και το Βέλγιο, που έχει κυριολεκτικά παραλύσει.
Τα συνδικάτα οργανώνουν πολυήμερες πανεθνικές απεργιακές κινητοποιήσεις, ενώ οι διαδηλώσεις συνεχίζονται εδώ και μία τουλάχιστον εβδομάδα και συνήθως καταλήγουν σε συγκρούσεις με την αστυνομία και συλλήψεις.
Ολα αυτά συμβαίνουν επειδή ο κυβερνητικός συνασπισμός για άλλη μια φορά δεν μπορεί να συμφωνήσει για τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό του 2027, με τον Φλαμανδό πρωθυπουργό, Μπαρτ ντε Βέβερ, να ακυρώνει την ομιλία του στο Κοινοβούλιο. Το προηγούμενο Σαββατοκύριακο οι κυβερνητικοί εταίροι εξαντλήθηκαν σε συνομιλίες και διαπραγματεύσεις χωρίς να καταλήγουν πουθενά. Η απεργία οδήγησε σε παράλυση το σύνολο σχεδόν του δημόσιου τομέα, με σοβαρά προβλήματα σε σχολεία, νοσοκομεία, μέσα μεταφοράς και γενικά σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες. Κατά τον πρωθυπουργό, πρέπει να ληφθούν σοβαρά δημοσιονομικά μέτρα, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η συνεχιζόμενη αύξηση του χρέους.
Κίνδυνος για νέες εκλογές
Τα περιθώρια στενεύουν και αν δεν υπάρξει συμφωνία για τον προϋπολογισμό, ο κυβερνητικός συνασπισμός κινδυνεύει να καταρρεύσει και η χώρα να οδηγηθεί και πάλι σε εκλογές. Τα ίδια είχαν συμβεί και πέρσι, με τον πρωθυπουργό να ξεκαθαρίζει πως αν δεν υπήρχε συμφωνία μέχρι τα (περσινά) Χριστούγεννα, τότε θα προκήρυσσε εκλογές.
Τελικά, στα τέλη Νοεμβρίου του 2025 κατέφυγαν στο λεγόμενο «σύστημα των δωδέκατων», σύμφωνα με το οποίο η κυβέρνηση μπορεί να ξοδεύει κάθε μήνα το ένα δωδέκατο των χρημάτων που είχε ξοδέψει τον προηγούμενο χρόνο. Κι αυτό για να καλύπτονται βασικές ανάγκες όπως οι μισθοί και άλλα ανελαστικά έξοδα.
Φέτος, σαν να μην πέρασε μια μέρα, το κέντρο των Βρυξελλών έχει μετατραπεί σε πεδίο μάχης. Πέραν των διαδηλωτών, εκατοντάδες νεαροί με μαύρα ρούχα και καλυμμένα πρόσωπα προκαλούν το απόλυτο χάος, πετώντας ξύλα, γυάλινα μπουκάλια με εύφλεκτα υλικά, κάδους απορριμμάτων και πυροτεχνήματα στους αστυνομικούς. Βιτρίνες έσπασαν, λεωφορεία καταστράφηκαν, κάδοι απορριμμάτων πυρπολήθηκαν.
Λείπουν 10 δισ. ευρώ
Το Βέλγιο εμφανίζει σοβαρό δημοσιονομικό πρόβλημα. Στόχος του πρωθυπουργού, όπως ο ίδιος δήλωσε, είναι η εξοικονόμηση 10 δισ. ευρώ μέχρι το τέλος της κυβερνητικής θητείας, το 2029. Οπως εξήγησε, είναι ανάγκη να μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα που βρίσκεται στο 5,2% του ΑΕΠ. Ζήτησε συμφωνία για περικοπές σε κρίσιμους τομείς, όπως αυτός της Υγείας, και για αύξηση του ΦΠΑ.
Το θέμα είναι πως δεν διαφωνεί μόνο ο λαός με τα προαναγγελθέντα μέτρα λιτότητας. Δεν συμφωνούν και οι εταίροι της πεντακομματικής κυβέρνησης. Ενα άλλο πρόβλημα είναι πως η χώρα ιδρώνει για να αποκτήσει κυβέρνηση κάθε φορά που διεξάγονται εκλογές.
Παγκόσμιο ρεκόρ και συνέπειες
Το Βέλγιο κρατά το παγκόσμιο ρεκόρ χρόνου διαπραγματεύσεων για τον σχηματισμό κυβέρνησης: Το 2010-2011 χρειάστηκαν 541 ημέρες διαπραγματεύσεων για να σχηματιστεί επτακομματική κυβέρνηση. Τον Σεπτέμβριο του 2020 χρειάστηκαν 652 ημέρες διαπραγματεύσεων μετά την τελευταία μη υπηρεσιακή κυβέρνηση και 500 μέρες από τις εκλογές του Μαΐου 2019. Ηταν και πάλι μια επτακομματική κυβέρνηση με επικεφαλής τον φιλελεύθερο Φλαμανδό Αλεξάντερ ντε Κρου.
Στις 3 Φεβρουαρίου 2025, οκτώ ολόκληρους μήνες μετά τις εκλογές της 9ης Ιουνίου 2024, το Βέλγιο απέκτησε τελικά μια πεντακομματική κυβέρνηση. Πρωθυπουργός ο αρχηγός της συντηρητικής και εθνικιστικής Νέας Φλαμανδικής Συμμαχίας (N-VA), Μπαρτ ντε Βέβερ, και σύμμαχοί του το γαλλόφωνο κόμμα MR (Φιλελεύθεροι), το κόμμα των Φλαμανδών Χριστιανοδημοκρατών CD&V, το γαλλόφωνο κεντρώο κόμμα Les Engagés και οι Φλαμανδοί Σοσιαλιστές Vooruit, ο μοναδικός αριστερός εταίρος του κυβερνητικού συνασπισμού. Ολοι μαζί συγκεντρώνουν 81 από τις 150 έδρες του βελγικού Κοινοβουλίου.
Οταν το 2025 ανακοινώθηκε έλλειμμα 5,2% επί του ΑΕΠ, ο διεθνής οίκος Moody’s υποβάθμισε την πιστοληπτική ικανότητα της βελγικής οικονομίας από Αα3 σε Α1, για πρώτη φορά ύστερα από 15 χρόνια, εξαιτίας του υψηλού κόστους δανεισμού, της αύξησης του δημοσίου χρέους και της επιβάρυνσης του ασφαλιστικού λόγω γήρανσης του πληθυσμού. Πρόκειται για το υψηλότερο έλλειμμα στην Ευρώπη, ενώ το χρέος αναμένεται να ξεπεράσει το 110% του ΑΕΠ μέχρι το τέλος του 2026.
Η αδυναμία συμφωνίας έχει οδηγήσει το Βέλγιο σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος από το 2024, με υποχρέωση να μειώσει το έλλειμμα κάτω του 3% ως το 2029.
Οταν οι εταίροι βάζουν βέτο
Κατά τις συνομιλίες, ο Ζορζ-Λουί Μπουσέ, ηγέτης του γαλλόφωνου φιλελεύθερου κόμματος του Κέντρου, έβαλε βέτο στην πρωθυπουργική πρόταση για αύξηση του ΦΠΑ.
Ο ίδιος, ωστόσο, υποστηρίζει πως είναι απλοϊκό να παρουσιάζεται το ζήτημα της αύξησης του ΦΠΑ ως το μοναδικό που εμποδίζει τα κόμματα του συνασπισμού να έλθουν σε συμφωνία. Οπως είπε, όλα τα κόμματα του συνασπισμού έχουν βάλει τις δικές τους κόκκινες γραμμές.
Η αδυναμία συμφωνίας επί του προϋπολογισμού μεταξύ των κυβερνητικών εταίρων δέχεται τα πυρά των κομμάτων της αντιπολίτευσης, που κατηγορούν τη στάση των κομμάτων που μετέχουν στην κυβέρνηση συνεργασίας για ανευθυνότητα και ανικανότητα να εξασφαλίσει πολιτική σταθερότητα και προστασία των πολιτών της χώρας.
Αλλωστε, ο ίδιος ο πρωθυπουργός έχει ξεκαθαρίσει ότι φέτος δεν θα αποδεχθεί τη «λύση» των δωδέκατων, δεδομένης και της διεθνούς οικονομικής κρίσης και των προειδοποιήσεων της κεντρικής τράπεζας περί επερχόμενης χιονοστιβάδας....
Πρώτα το κομματικό συμφέρον
Στο Βέλγιο πολλοί αναρωτιούνται για ποιον λόγο ο Μπουσέ επιμένει τόσο πολύ στο θέμα του ΦΠΑ, παρά το γεγονός ότι δεν πρόκειται για μεγάλη αύξηση. Στην ουσία, η πρόταση που βρίσκεται στο τραπέζι είναι μια ενοποίηση συντελεστών –οι συντελεστές 6% και 12% να μετατραπούν σε ενιαίο συντελεστή 9% και ο υψηλότερος συντελεστής να πάει από 21% σε 22%.
Οπως φαίνεται, το πρόβλημα είναι πολιτικό. Οπως λένε, ο Μπουσέ δεν πρόκειται να αλλάξει γνώμη, καθώς δεν τα πάει καλά στις δημοσκοπήσεις και η διαφοροποίησή του θεωρεί πως θα του δώσει πόντους. Κατά την άποψή του, μπορούν να εξοικονομηθούν 17 δισ. ευρώ χωρίς να επιβληθούν νέοι φόροι, αλλά δεν έδωσε πληροφορίες σχετικά με το πού θα βρίσκονταν αυτά τα χρήματα. Με τη διαφορά ότι η βελγική οικονομία εμφανίζει σήμερα την πιο αργή ανάπτυξη στην Ευρώπη –μόλις 0,5% σε ετήσια βάση. Κι αυτό λόγω του πληθωρισμού και ενός αδύναμου βιομηχανικού τομέα.
Αν η χώρα χρειαστεί να πάει ξανά στις κάλπες και να περάσει μερικούς μήνες έως ότου υπάρξει συμφωνία για κυβέρνηση, είναι βέβαιο ότι τίποτε δεν θα διορθωθεί σ’ αυτό το μακρύ διάστημα και τα προβλήματα θα περάσουν στην επόμενη κυβέρνηση.
Επόμενοι κατά προηγούμενων
Αυτό, άλλωστε, συμβαίνει επί χρόνια: Η προηγούμενη κυβέρνηση συνεργασίας κληροδοτεί τα προβλήματα στην επόμενη. Η επόμενη προχωρά σε μια συμφωνία μεταξύ ευκαιριακών εταίρων, προκειμένου να σχηματιστεί επιτέλους κυβέρνηση, αλλά συνήθως αυτές οι συμφωνίες δεν έχουν καμιά σχέση με τη δημοσιονομική πραγματικότητα. Και τελικά οι υπουργοί Οικονομικών, ανεξαρτήτως κόμματος προέλευσης, αρνούνται να εφαρμόσουν τα σημεία των συμφωνιών που συγκρούονται με την οδυνηρή πραγματικότητα.
Οπως και να έχει το πράγμα, στο Βέλγιο πρέπει να απαντηθεί σύντομα η ερώτηση των 10 δισεκατομμυρίων. Μια απάντηση που δεν κατάφεραν να δώσουν κυβερνητικοί συνασπισμοί διαφόρων αποχρώσεων. Και σίγουρα δεν πρόκειται να δοθεί από το σοσιαλιστικό κόμμα Vooruit, το οποίο δέχθηκε να μπει σε ένα ετερόκλητο σχήμα και έχει αποχωρήσει από τις συνομιλίες από τις 30 Σεπτεμβρίου.
Σύμφωνα με την άποψη της ηγεσίας του, ο προτεινόμενος προϋπολογισμός στην ουσία σπάει τη συμφωνία μεταξύ των κομμάτων. «Δεν πρόκειται να ξενυχτήσουμε άλλο», είπαν. «Θα δώσουμε την έγκρισή μας μόνο αν τα χρήματα διατίθενται για την ευημερία του λαού, όπως είχαμε συμφωνήσει».
Καμιά χώρα δεν έχει ανοσία
Η κατάσταση στο Βέλγιο, στην έδρα της ΕΕ, αποδεικνύει πως καμιά χώρα δεν έχει ανοσία στην κυβερνητική αστάθεια. Οι συνεχείς εκλογές, οι διαφωνίες μεταξύ κομμάτων και εταίρων, η αδυναμία υπερψήφισης προϋπολογισμού, έχουν συνέπειες στην οικονομία και προκαλούν κοινωνικές εντάσεις.
Το πολυδιαφημισμένο μοντέλο των κυβερνήσεων συνεργασίας έχει καταρρεύσει παντού στην Ευρώπη. Με τελευταίο παράδειγμα τη Σουηδία, όπου έναν μήνα μετά τις εκλογές, ο συνασπισμός που κέρδισε στην κάλπη αδυνατεί να έλθει σε συμφωνία για σχηματισμό κυβέρνησης – την ώρα που ο προϋπολογισμός πρέπει να υποβληθεί ως τις 12 Νοεμβρίου.
Την περασμένη Τρίτη, η αρχηγός του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Σουηδίας, Μαγκνταλένα Αντερσον, ανακοίνωσε πως δεν είναι ακόμη σε θέση να βεβαιώσει ότι μπορεί να εξασφαλίσει τη Δεδηλωμένη στη Βουλή. Ενα πρώτο τεστ έχει προγραμματιστεί για σήμερα Πέμπτη στις 12 το μεσημέρι, καθώς ο πρόεδρος της σουηδικής Βουλής έλαβε την απόφαση να μη δώσει άλλη παράταση.
Κάτι που επίσης έχει αποδειχθεί είναι ότι τα σοσιαλιστικά και αριστερά κόμματα επιδίδονται συνεχώς σε αδελφοκτόνες μάχες και προσπαθούν οι μεν να επιβληθούν στους δε. Το βλέπουμε και στην Ελλάδα, όπου ο μεν Τσίπρας δηλώνει πως «προοδευτική» διακυβέρνηση μπορεί να επιτευχθεί μόνο αν το κόμμα του είναι πρώτο και ο Ανδρουλάκης υποστηρίζει ακριβώς το ίδιο για το δικό του κόμμα.
Κι αν η ακυβερνησία έχει συνέπειες σε χώρες όπως το Βέλγιο, η Σουηδία, η Γαλλία, τότε όλοι μπορούν να φανταστούν πόσο σοβαρές –και όχι μόνο οικονομικές– θα μπορούσαν να είναι οι συνέπειες για την Ελλάδα…