Η αμερικανική κυβέρνηση και οι αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές βρίσκονται αντιμέτωπες με μια πρωτοφανή ηθική και εθνική δοκιμασία, μετά τις αποκαλύψεις ότι ύποπτα πονταρίσματα σε πλατφόρμες προβλεπτικών αγορών φαίνεται να αξιοποίησαν απόρρητες πληροφορίες για την πρόσφατη επίθεση των ΗΠΑ στο Ιράν και τον θάνατο του Αλί Χαμενεΐ.

Η αποκάλυψη ότι ανώνυμοι χρήστες προέβλεψαν με ακρίβεια ακόμη και σε επίπεδο λεπτών τις στρατιωτικές κινήσεις και αποκόμισαν τεράστια κέρδη, προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Δημοκρατικού γερουσιαστή Chris Murphy. Ο ίδιος ανακοίνωσε την κατάθεση κατεπείγοντος νομοσχεδίου για την πλήρη απαγόρευση τέτοιων πρακτικών, χαρακτηρίζοντας «παράλογο» το γεγονός ότι ιδιώτες μπορούν να κερδοσκοπούν πάνω στον πόλεμο και τον θάνατο.

Έρευνα των Financial Times έφερε στο φως στοιχεία για τη δραστηριότητα στην πλατφόρμα Polymarket: δώδεκα ύποπτοι λογαριασμοί, που δημιουργήθηκαν λίγες ημέρες πριν από την επίθεση, φέρονται να αποκόμισαν συνολικά 330.000 δολάρια. Το μισό των στοιχημάτων τοποθετήθηκε μόλις έξι ώρες πριν από τους βομβαρδισμούς, στοιχείο που ενισχύει τις υποψίες για χρήση εσωτερικής πληροφόρησης.

Παρόμοια μοτίβα είχαν καταγραφεί και στο παρελθόν, μεταξύ άλλων σε επιχείρηση σύλληψης του Νικολάς Μαδούρο, αλλά και σε ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις, για τις οποίες ασκήθηκαν ποινικές διώξεις σε δύο εφέδρους.

Η ανησυχία εστιάζει πλέον και στην εθνική ασφάλεια: οι στρατιωτικές επιχειρήσεις βασίζονται στον αιφνιδιασμό, και η ύπαρξη αγορών που «μαρτυρούν» κινήσεις μέσω των αποδόσεων μπορεί να λειτουργήσει ως έμμεσος μηχανισμός διαρροής ευαίσθητων πληροφοριών. Ο Ρεπουμπλικάνος βουλευτής Mike Levin υπογράμμισε ότι οι προβλεπτικές αγορές δεν μπορούν να μετατρέπονται σε όχημα πλουτισμού μέσω προνομιακής γνώσης.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η ομάδα πίεσης «Gambling Is Not Investing», υπό τον πρώην προσωπάρχη του Ντόναλντ Τραμπ, Mick Mulvaney,  που ζητά αυστηρότερο ρυθμιστικό πλαίσιο. Ο Mulvaney επισημαίνει ότι η μετονομασία του τζόγου σε «επένδυση» ή «πρόβλεψη» παραπλανά τους πολίτες και υπονομεύει τους ελεγκτικούς μηχανισμούς.

Από την πλευρά της, η αμερικανικά ρυθμιζόμενη πλατφόρμα Kalshi επιχείρησε να διαφοροποιηθεί από τις ανεξέλεγκτες offshore αγορές. Προχώρησε σε επιστροφές χρημάτων, διευκρινίζοντας ότι οι κανονισμοί της απαγορεύουν ρητά στοιχήματα που συνδέονται άμεσα με τον θάνατο ανθρώπων. Ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Tarek Mansour, απάντησε στον γερουσιαστή Murphy ότι οι νόμιμες αγορές δεν επιτρέπουν «αγορές πολέμου», δείχνοντας ως βασικό πρόβλημα τις πλατφόρμες κρυπτονομισμάτων όπως η Polymarket, όπου ένας χρήστης φέρεται να κέρδισε πάνω από μισό εκατομμύριο δολάρια από την πρόβλεψη του θανάτου του Χαμενεΐ.

Παρά τη διαφάνεια του blockchain, που επιτρέπει την ιχνηλάτηση ύποπτων πορτοφολιών, η ανωνυμία των χρηστών εξακολουθεί να αποτελεί βασικό εμπόδιο για τις αρχές. Η Commodity Futures Trading Commission επιβεβαίωσε με οδηγία της την αρμοδιότητά της να ερευνά παράνομες πρακτικές και κατάχρηση εμπιστευτικών πληροφοριών, ωστόσο η πολιτική πίεση για άμεση νομοθετική παρέμβαση κλιμακώνεται.

Το ζήτημα πλέον δεν περιορίζεται στο οικονομικό πεδίο. Αγγίζει τα όρια της ηθικής και της εθνικής ασφάλειας, καθώς η «δημοκρατικοποίηση» της πληροφορίας μέσω του στοιχήματος φαίνεται να μετατρέπει τα πεδία των συγκρούσεων σε πεδία κερδοσκοπίας.