Ο Τσίπρας «απειλεί» ότι αν… κερδίσει τις εκλογές θα στείλει τον πρωθυπουργό στη Δικαιοσύνη, επιτίθεται σε δικαστές και αναρωτιέται αν η Ελλάδα ζει σε «απολυταρχικό καθεστώς».
Πολλοί, ακούγοντας τον Αλέξη Τσίπρα στην τελευταία του συνέντευξη στον τηλεοπτικό σταθμό TRT της Θεσσαλίας, κατανόησαν ότι οι μάσκες έπεσαν οριστικά, αφού δεν διστάζει πλέον να υιοθετήσει ανοιχτά την πιο τοξική, ρεβανσιστική και επικίνδυνη εκδοχή του λαϊκισμού, ταυτιζόμενος πλήρως με τη γραμμή του Παύλου Πολάκη. Οταν ο κ. Τσίπρας δηλώνει ευθαρσώς ότι η παραπομπή του σημερινού πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, στη Δικαιοσύνη εξαρτάται άμεσα από το εκλογικό αποτέλεσμα, δεν ασκεί πολιτική κριτική, αλλά επιχειρεί να μετατρέψει την κάλπη σε λαϊκό δικαστήριο.
Μύρισε… εκτροπή
Η συγκεκριμένη τοποθέτησή του δεν ήταν μια απλή πολιτική αντιπαράθεση, αλλά ένα θεσμικό ατόπημα ολκής. Με λόγο που θυμίζει εκδικητικό τελεσίγραφο, επιχειρεί να μετατρέψει την πολιτική ζωή της χώρας σε ρωμαϊκή αρένα και τις εκλογές σε λαϊκό δικαστήριο, αποδεικνύοντας ότι μπροστά στη θεσμική εκτροπή δεν υπολογίζει απολύτως τίποτα. Η θέση του, ότι μόνο με μια πολιτική αλλαγή θα υπάρξει «λογοδοσία» για μια σειρά υποθέσεων αφήνοντας αιχμές για ποδηγέτηση της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, συνιστά ευθεία αμφισβήτηση των θεσμικών πυλώνων της πολιτείας.
Η τακτική αυτή δεν είναι πρωτόγνωρη για τον Αλέξη Τσίπρα, είναι όμως η πιο οξεία εκδοχή της. Στο κυβερνητικό του παρελθόν, ο ίδιος, μέλη της οικογένειάς του και οι τότε συνοδοιπόροι του είχαν προκαλέσει σάλο όταν μιλούσαν ανοιχτά για την ανάγκη ελέγχου των «αρμών της εξουσίας», αποκαλύπτοντας μια μάλλον… «εργαλειακή» αντίληψη για τους δημοκρατικούς θεσμούς. Σήμερα, προχωρά ένα βήμα παραπέρα και υιοθετεί την ακραία γραμμή που θέλει την επόμενη κυβέρνηση να λειτουργεί ως μηχανισμός εξόντωσης και φυλάκισης πολιτικών αντιπάλων.
Η λογική «να βάλουμε και μερικούς στη φυλακή για να κερδίσουμε τις εκλογές», που άλλοτε εξέφραζε η πιο ακραία πτέρυγα του τότε κόμματός του, φαίνεται πως αποτελεί πλέον την κεντρική στρατηγική του ίδιου του Αλέξη Τσίπρα. Αντί να προσφέρει τη δική του τεκμηριωμένη προγραμματική πρόταση για το κράτος δικαίου και τη διακυβέρνηση της χώρας, επιλέγει να υποκαταστήσει τους δικαστικούς λειτουργούς, προαναγγέλλοντας καταδίκες και ποινικές διώξεις από το τηλεοπτικό μπαλκόνι, ενώ αναρωτήθηκε εάν «είμαστε σε ένα απολυταρχικό καθεστώς χωρίς κανόνες ή σε μία ευνομούμενη δυτική δημοκρατία με κανόνες».
Πολιτικοί παρατηρητές επισημαίνουν ότι αυτή η απότομη στροφή προς τον λαϊκισμό και τον ρεβανσισμό δεν είναι τυχαία. Συνδέεται άμεσα με την προσπάθεια να ανακόψει τη συνεχή πτώση των ποιοτικών στοιχείων του κόμματός του στις δημοσκοπήσεις. Βλέποντας την εμπιστοσύνη των πολιτών να φθίνει και τα ποσοστά καταλληλότητας να υποχωρούν, ο κ. Τσίπρας καταφεύγει στη δοκιμασμένη, αλλά καταστροφική συνταγή του διχασμού.
Τοξική συσπείρωση
Πολώνει το κλίμα, φανατίζει το κομματικό του ακροατήριο και επενδύει στην οργή, ελπίζοντας ότι με την τοξικότητα θα συσπειρώσει ψηφοφόρους. Ωστόσο, αυτή η τακτική αποκαλύπτει πολιτική αμηχανία και έλλειψη θετικού αφηγήματος για τη γενικότερη πορεία της Αριστεράς. Σε μια ευνομούμενη, δυτική φιλελεύθερη δημοκρατία, η Δικαιοσύνη λειτουργεί ανεξάρτητα από τις πολιτικές επιθυμίες της εκάστοτε εκτελεστικής εξουσίας. Τα σοβαρά πολιτικά πρόσωπα δεν στέλνουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους στα δικαστήρια, ούτε υπόσχονται διώξεις ως εκλογικό τρόπαιο.
Οταν ως αρχηγός κόμματος πια υπόσχεται μια «άλλη Δικαιοσύνη» που θα εκτελεί πολιτικά συμβόλαια, τραυματίζει βαρύτατα την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς. Για τους ίδιους πολιτικούς παρατηρητές, η διολίσθηση στον «πολακισμό» δεν ζημιώνει μόνο τον ίδιο, αλλά υπονομεύει τη δημοκρατική ομαλότητα και τον πολιτικό πολιτισμό της χώρας.