Ξανά στο επίκεντρο το λιμάνι του Βόλου

Μετά την απόφαση της Ενιαίας Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων να κάνει δεκτή την προσφυγή της ΟΛΘ κατά της ματαίωσης του διαγωνισμού για την πώληση του 67% του Οργανισμού Λιμένος Βόλου.

Η προσφυγή στο ΣτΕ και το χρονικό της υπόθεσης

Η εξέλιξη ανοίγει έναν νέο κύκλο διοικητικής και δικαστικής αξιολόγησης, με το Συμβούλιο της Επικρατείας να καλείται να δώσει την τελική απάντηση.

Το Εθνικό Αναπτυξιακό Ταμείο, το νέο Υπερταμείο, έχει ήδη αποφασίσει να προσφύγει στο ΣτΕ, θεωρώντας ότι διαθέτει ισχυρή νομική βάση για να υπερασπιστεί την επιλογή του αφενός και αφετέρου αξιολογεί τη σημερινή κατάσταση, τα εμπορικά και επιχειρηματικά δεδομένα του λιμανιού και όχι του 2023 όταν ξεκίνησε ο διαγωνισμός.

Η ιστορία ξεκινά το 2023, όταν ολοκληρώθηκε ο διεθνής διαγωνισμός του τότε ΤΑΙΠΕΔ, με την ΟΛΘ ΑΕ να ανακηρύσσεται προτιμητέος επενδυτής, καταθέτοντας προσφορά ύψους περίπου 51 εκατ. ευρώ.

Η διαδικασία είχε προχωρήσει κανονικά, μέχρι που οι καταστροφικές πλημμύρες που προκάλεσε η κακοκαιρία Daniel άλλαξαν τα δεδομένα για ολόκληρη τη Θεσσαλία.

Το λιμάνι του Βόλου μετατράπηκε σε κρίσιμη υποδομή για την αποκατάσταση της περιοχής, ενώ παράλληλα προέκυψαν νέες ανάγκες σε έργα, χρηματοδοτήσεις και επανασχεδιασμό των επενδύσεων.

Η ματαίωση του διαγωνισμού και η απόφαση της ΕΑΔΗΣΥ

Το Υπερταμείο αποφάσισε στις αρχές του 2025 να ματαιώσει τον διαγωνισμό, επικαλούμενο λόγους δημοσίου συμφέροντος.

Η επιλογή προκάλεσε αντιδράσεις, καθώς επρόκειτο για μια ώριμη διαδικασία με προτιμητέο επενδυτή.

Ωστόσο, από την πλευρά του Δημοσίου το σκεπτικό ήταν διαφορετικό.

Το λιμάνι είχε πλέον διαφορετικές επιχειρησιακές ανάγκες από εκείνες που υπήρχαν όταν σχεδιάστηκε ο διαγωνισμός, ενώ η αξιοποίησή του όφειλε να λάβει υπόψη τις νέες συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί μετά τις φυσικές καταστροφές.

Η πρόσφατη απόφαση της ΕΑΔΗΣΥ δεν εξετάζει εάν το Δημόσιο όφειλε ή όχι να αλλάξει στρατηγική για το λιμάνι, αλλά εστιάζει κυρίως στην τυπικότητα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε κατά τη ματαίωση του διαγωνισμού.

Για τον λόγο αυτόν, στο Υπερταμείο δεν αντιμετωπίζουν την εξέλιξη ως οριστική ήττα.

Αντιθέτως, θεωρούν ότι η υπόθεση θα κριθεί στο ανώτατο δικαστικό επίπεδο, όπου θα εξεταστεί συνολικά το εύρος της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει το Δημόσιο όταν συντρέχουν σοβαροί λόγοι δημοσίου συμφέροντος.

Η πρόθεση για νέα προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας δείχνει ότι η υπόθεση απέχει ακόμη από την τελική της κατάληξη.

Αλλωστε, το Υπερταμείο τα τελευταία χρόνια έχει αποδείξει ότι δεν αντιμετωπίζει τις αποκρατικοποιήσεις ως αυτοσκοπό.

Σε αρκετές περιπτώσεις προχώρησε σε αναθεώρηση σχεδίων, αλλαγή χρονοδιαγραμμάτων ή επανασχεδιασμό διαγωνισμών όταν οι οικονομικές ή γεωπολιτικές συνθήκες το επέβαλλαν.

Η βασική επιδίωξη παραμένει η επίτευξη της μεγαλύτερης δυνατής αξίας για το Δημόσιο και η εξασφάλιση επενδύσεων που ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες κάθε υποδομής.

Η αλλαγή των συνθηκών

Οπως αναφέρουν υψηλόβαθμα στελέχη του Υπερταμείου η διαφωνία δεν αφορά την αξία της επένδυσης ούτε την αξιοπιστία της διαγωνιστικής διαδικασίας.

Αφορά κυρίως τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δημοσίου να επανασχεδιάζει μία αποκρατικοποίηση όταν οι συνθήκες έχουν μεταβληθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε η αρχική στρατηγική να μην ανταποκρίνεται πλέον στα νέα δεδομένα.

Ετσι στην περίπτωση του Βόλου, οι ανάγκες αυτές συνδέονται πλέον με ένα λιμάνι που καλείται να εξυπηρετήσει διαφορετικές εμπορευματικές ροές, να ενσωματώσει νέα έργα αποκατάστασης και να διαδραματίσει πιο ενεργό ρόλο στην αναπτυξιακή ανασυγκρότηση της Θεσσαλίας.

Η εικόνα του 2023 δεν είναι ίδια με εκείνη του 2026 και αυτό αποτελεί βασικό επιχείρημα της κρατικής πλευράς.

Το επόμενο κεφάλαιο θα γραφτεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Η απόφαση δεν θα αφορά μόνο τον Βόλο.

Θα αποτελέσει οδηγό για τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετωπίζονται στο εξής αντίστοιχες περιπτώσεις αξιοποίησης δημόσιας περιουσίας, όπου οι συνθήκες μεταβάλλονται προτού πέσουν οι τελικές υπογραφές.