Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Ρωσίας να αποκλείσει το φιλελεύθερο κόμμα «Γιάμπλακο» από τις βουλευτικές εκλογές αποτελεί μία ακόμη δικαστική παρωδία του αυταρχικού καθεστώτος της Μόσχας.
Είναι η ληξιαρχική πράξη θανάτου και του τελευταίου ψήγματος νόμιμης, θεσμικής πολιτικής διαφωνίας στη Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν. Το Κρεμλίνο, εγκλωβισμένο στα στρατιωτικά και εσωτερικά του αδιέξοδα, απέδειξε ότι τρέμει ακόμη και την ειρηνική, μετριοπαθή αντιπολεμική ρητορική ενός αποδυναμωμένου κόμματος. Το πιο ενδιαφέρον πολιτικό φαινόμενο, όμως, δεν εξελίσσεται στη Μόσχα, αλλά στην Αθήνα. Ηχηρή, προκλητική και απόλυτα υποκριτική, η επιλεκτική σιωπή —ή η έμμεση δικαιολόγηση— συγκεκριμένων ελληνικών κομμάτων και μέσων ενημέρωσης απέναντι στον ρωσικό ολοκληρωτισμό βγάζει μάτι.
Κραυγές στην Αθήνα, μούγκα στο Κρεμλίνο
Στην εγχώρια πολιτική σκηνή, οι ίδιοι πολιτικοί σχηματισμοί κραυγάζουν καθημερινά για «ψύλλου πήδημα». Καταγγέλλουν την κυβέρνηση για «αυταρχισμό», ανακαλύπτουν «εκτροπές» και «χούντες» σε κάθε νομοθετική πρωτοβουλία και αυτοδιορίζονται μοναδικοί θεματοφύλακες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ελευθεροτυπίας. Όταν όμως το βλέμμα στρέφεται προς τη Ρωσία, η ευαισθησία τους παθαίνει ξαφνική, ολοκληρωτική συσκότιση. Η πλήρης εξάρθρωση της ρωσικής αντιπολίτευσης, οι φυλακίσεις, οι μυστηριώδεις θάνατοι αντικαθεστωτικών και τώρα η οριστική απαγόρευση του «Γιάμπλακο» αντιμετωπίζονται με μια ένοχη, αμήχανη σιωπή. Η υποκρισία τους χωρίζεται σε δύο ευδιάκριτα ιδεολογικά στρατόπεδα:
Την αριστερή ρητορική των «ίσων αποστάσεων» και του «αντι-ιμπεριαλισμού»
Από την πλευρά της ριζοσπαστικής και κομμουνιστικής Αριστεράς, η ρητορική επιστρατεύει το βολικό αφήγημα των «ίσων αποστάσεων». Στα επίσημα κομματικά τους έντυπα και ανακοινώσεις, η απαγόρευση πολιτικών κομμάτων στη Ρωσία είτε υποβαθμίζεται ως «εσωτερικό ζήτημα», είτε συμψηφίζεται με τη θεωρία ότι «και η Δύση κάνει τα ίδια». Το ΚΚΕ και οι παραφυάδες του, εγκλωβισμένοι σε ψυχροπολεμικά αντανακλαστικά, αρνούνται να καταδικάσουν απερίφραστα τον πουτινισμό, θεωρώντας ότι οποιαδήποτε κριτική στη Μόσχα εξυπηρετεί τα συμφέροντα του ΝΑΤΟ και του «δυτικού ιμπεριαλισμού». Για αυτούς, το «Γιάμπλακο» δεν είναι ένα διωκόμενο δημοκρατικό κόμμα, αλλά ένας εν δυνάμει «Δούρειος Ίππος» της Δύσης, αποδεχόμενοι έμμεσα το αφήγημα του Κρεμλίνου περί «ξένων πρακτόρων».
Τη λαϊκίστικη δεξιά ρητορική του «ορθόδοξου τόξου» και του «ηγέτη-προστάτη»
Στην αντίπερα όχθη, τα κόμματα της λαϊκιστικής, εθνικιστικής και θρησκευόμενης Δεξιάς (όπως η Ελληνική Λύση, η Νίκη και λοιποί ακροδεξιοί σχηματισμοί) δεν τηρούν απλώς αποστάσεις, αλλά κάνουν συστηματικά τα «γλυκά μάτια» στο καθεστώς Πούτιν. Η ρητορική τους είναι γεμάτη θαυμασμό για τον «πυγμάχο ηγέτη» που αντιστέκεται στη «διεφθαρμένη, δικαιωματική και woke Δύση». Στα τηλεοπτικά τους παράθυρα και στα φιλικά τους site, η απαγόρευση του «Γιάμπλακο» παρουσιάζεται ως μια «αναγκαία κίνηση εθνικής αυτοάμυνας» της Ρωσίας απέναντι στην «υπονόμευση των παραδοσιακών αξιών».
Οι «ευλογίες» του Αγίου Όρους και η ρωσική Soft Power
Αυτό το ιδεολογικό φλερτ δεν γεννήθηκε στο κενό. Έχει βαθιές ρίζες και βρίσκει το απόλυτο καταφύγιό του πίσω από τους τοίχους συγκεκριμένων Μονών του Αγίου Όρους. Με τις ευλογίες —και, όπως επανειλημμένα έχει καταγγελθεί, με τη χρηματοδότηση— ρωσικών κύκλων και ολιγαρχών, η Αθωνική Πολιτεία χρησιμοποιείται εδώ και χρόνια ως εργαλείο γεωπολιτικής επιρροής.
Συγκεκριμένοι μοναχοί και ηγούμενοι, λειτουργώντας ως ιμάντες μεταφοράς της προπαγάνδας του Κρεμλίνου, καλλιεργούν στο εσωτερικό της Ελλάδας τον μύθο του «Ξανθού Γένους» και της «Ιερής Ρωσίας». Αυτό το θρησκευτικό συναίσθημα εργαλειοποιείται πολιτικά από τα ελληνικά φιλορωσικά κόμματα, τα οποία εξαργυρώνουν τις «ευλογίες» των Μονών σε ψηφοφόρους. Με αυτό το πρόσχημα της «κοινής πίστης», ξεπλένεται κάθε αυταρχική εκτροπή, κάθε δολοφονία και κάθε απαγόρευση κόμματος στη Μόσχα. Το Άγιο Όρος, αντί για χώρος οικουμενικής πνευματικότητας, μετατρέπεται για κάποιους σε κέντρο άσκησης ρωσικής soft power.
Η Ώρα της αλήθειας
Η υποκρισία έχει και αυτή τα όριά της. Δεν μπορείς να παριστάνεις τον τιμητή της δημοκρατίας και της ελευθεροτυπίας εντός των ελληνικών συνόρων, όταν την ίδια στιγμή κλείνεις το μάτι στον δικτάτορα που εξαφανίζει τους πολιτικούς αντιπάλους του και ποινικοποιεί τη λέξη «ειρήνη». Η σιωπή των ελληνικών κομμάτων και των συστημικών ή εναλλακτικών μέσων ενημέρωσης για την απαγόρευση του «Γιάμπλακο» είναι σιωπή συνενοχής. Αποδεικνύει ότι για μια μεγάλη μερίδα του εγχώριου πολιτικού συστήματος, τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου δεν είναι καθολικές, αδιαπραγμάτευτες αξίες, αλλά ένα φτηνό, αναλώσιμο εργαλείο μικροπολιτικής σκοπιμότητας και ψηφοθηρίας.