Αθήνα, Λευκωσία και Ιερουσαλήμ έχουν χτίσει κάτι μεγαλύτερο από μια τριμερή συνεργασία σε θέματα άμυνας και ενέργειας.
Η ομιλία του Μπενιαμίν Νετανιάχου κατά την 81η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη δεν ήταν απλώς μία ακόμη δημόσια αντιπαράθεσή του με την Τουρκία και τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Για την Αθήνα, το ενδιαφέρον βρίσκεται σε όσα ειπώθηκαν για την Κύπρο, στην επίθεση κατά της τουρκικής πολιτικής στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά κυρίως στη χρονική συγκυρία, καθώς λίγες ώρες πριν ο Νετανιάχου είχε συναντηθεί με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, με την αμυντική συνεργασία, την ενέργεια και τη συνδεσιμότητα να βρίσκονται στο τραπέζι.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι πολύ μεγαλύτερη από μια διμερή ελληνοϊσραηλινή σχέση. Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιχειρούν να εδραιώσουν ένα πλέγμα συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο, την ώρα που η Τουρκία διεκδικεί τον δικό της ρόλο και επιχειρεί να διατηρήσει λόγο στις ενεργειακές και θαλάσσιες εξελίξεις της περιοχής.
Σκληρά μηνύματα από το βήμα του ΟΗΕ
Ο Νετανιάχου ήταν ιδιαίτερα σκληρός απέναντι στον Ερντογάν. Τον κατηγόρησε, μεταξύ άλλων, για τη στάση της Τουρκίας έναντι του Ισραήλ, για τη φιλοξενία στελεχών της Χαμάς και για την τουρκική παρουσία στη Βόρεια Κύπρο, ενώ αναφέρθηκε και σε ελληνικά συμφέροντα, κάνοντας λόγο για τουρκικές ενέργειες απέναντι στην Ελλάδα, χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ.
Η συγκεκριμένη αναφορά έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή έγινε από το βήμα των Ηνωμένων Εθνών και όχι σε μια διμερή συνέντευξη ή σε μια εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση. Η Κύπρος και η Ανατολική Μεσόγειος εντάχθηκαν έτσι από τον Ισραηλινό πρωθυπουργό στο ευρύτερο αφήγημα της περιφερειακής ασφάλειας. Και αυτό είναι ένα σημείο που η Αθήνα δεν μπορεί να αγνοήσει. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να υιοθετεί κάθε θέση του Ισραήλ για να αναγνωρίζει ότι η ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου, η Κυπριακή Δημοκρατία, οι θαλάσσιες ζώνες και οι ενεργειακές υποδομές αποτελούν πλέον αλληλένδετα ζητήματα.
Η ενεργή παρουσία της Αθήνας
Το ιδιαίτερο βάρος της φετινής παρουσίας της Ελλάδας στη Νέα Υόρκη έγκειται στο γεγονός ότι η συνάντηση Μητσοτάκη-Νετανιάχου πραγματοποιήθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με την κλιμάκωση της ισραηλινοτουρκικής ρητορικής. Οι δύο πρωθυπουργοί συζήτησαν τις περιφερειακές εξελίξεις, την αμυντική συνεργασία και θέματα συνδεσιμότητας. Παράλληλα, τέθηκε στο τραπέζι η προώθηση μιας νέας τριμερούς συνάντησης Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ. Αυτό δείχνει ότι η ελληνοϊσραηλινή σχέση έχει αποκτήσει σαφώς ευρύτερο περιεχόμενο. Δεν αφορά μόνο κοινές ασκήσεις ή αμυντικά συστήματα, αλλά την αρχιτεκτονική ασφαλείας της περιοχής, τις υποδομές, την ενέργεια και τις διαδρομές που μπορούν να συνδέσουν την Ευρώπη με την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Η Ελλάδα, επομένως, δεν βρίσκεται απλώς δίπλα σε μια κρίσιμη γεωπολιτική ζώνη, αλλά επιχειρεί να καταστεί ένας από τους κόμβους της.
Η γεωπολιτική της ενέργειας
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο κομμάτι της εξίσωσης. Στην ομιλία του στον ΟΗΕ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη γεωπολιτική σημασία της συνδεσιμότητας. Όπως τόνισε, τα ηλεκτρικά δίκτυα, οι ενεργειακοί και ψηφιακοί διάδρομοι, τα λιμάνια και οι θαλάσσιες οδοί αποτελούν μοχλούς ισχύος. Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρθηκε στο Great Sea Interconnector, που προβλέπει τη σύνδεση των ευρωπαϊκών ηλεκτρικών δικτύων με την Κύπρο και το Ισραήλ.
Δεν είναι τυχαίο ότι το έργο Ελλάδας-Κύπρου βρίσκεται πλέον σε φάση προώθησης με συγκεκριμένα επενδυτικά βήματα. Τον Αύγουστο υπεγράφη η συμφωνία για την είσοδο της γαλλικής Meridiam ως πλειοψηφικού μετόχου στην εταιρεία Great Sea Interconnector, ενώ συμφωνήθηκαν και οι θαλάσσιες έρευνες για την υλοποίηση του έργου.
Το ενεργειακό ζήτημα, συνεπώς, δεν είναι αποκομμένο από το γεωπολιτικό. Όσο περισσότερες κρίσιμες υποδομές δημιουργούνται στην Ανατολική Μεσόγειο, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η σημασία της ασφάλειας των θαλάσσιων διαδρομών, της προστασίας των υποδομών και του πλαισίου μέσα στο οποίο πραγματοποιούνται τέτοια έργα. Και εδώ ακριβώς συναντώνται η Ελλάδα, η Κύπρος και το Ισραήλ.
Η Αθήνα, ωστόσο, δεν εγκαταλείπει τον διάλογο με την Άγκυρα. Στην ίδια την ομιλία του στον ΟΗΕ, ο Μητσοτάκης επανέλαβε ότι η Ελλάδα επιδιώκει ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με την Τουρκία, με βάση το διεθνές δίκαιο και τις αρχές καλής γειτονίας. Παράλληλα, έθεσε ευθέως το Κυπριακό, χαρακτηρίζοντας την τουρκική κατοχή τμήματος της Κύπρου ανοικτή πληγή της περιοχής.
Η στάση αυτή αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή την ίδια περίοδο ο Ερντογάν δήλωνε ότι η Ελλάδα δεν είναι εχθρός της Τουρκίας, αλλά γείτονας και σύμμαχος στο ΝΑΤΟ.
Έτσι διαμορφώνεται ένα σύνθετο σκηνικό. Από τη μία πλευρά υπάρχει ο ελληνοτουρκικός διάλογος και η προσπάθεια αποφυγής μιας νέας κρίσης, ενώ από την άλλη, η Ελλάδα ενισχύει τις στρατηγικές της σχέσεις με το Ισραήλ και την Κύπρο, δηλαδή με δύο χώρες που βρίσκονται στον πυρήνα της νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας και ενέργειας της Ανατολικής Μεσογείου. Οι δύο κατευθύνσεις δεν είναι υποχρεωτικά ασύμβατες. Για την Αθήνα μπορούν να λειτουργούν παράλληλα: διάλογος με την Τουρκία, αλλά και ενίσχυση των συμμαχιών και των υποδομών που αυξάνουν τη στρατηγική της αυτονομία.
Η Κύπρος στον πυρήνα του νέου χάρτη
Το Κυπριακό αποκτά έτσι μια νέα διάσταση. Δεν είναι μόνο ένα ιστορικό και πολιτικό ζήτημα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, αλλά ταυτόχρονα ζήτημα ασφάλειας, ενέργειας και γεωγραφίας.
Η Κύπρος βρίσκεται ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Μέση Ανατολή. Η ηλεκτρική διασύνδεση με την Ευρώπη και το Ισραήλ, οι θαλάσσιες υποδομές και η ενεργειακή αξιοποίηση της Ανατολικής Μεσογείου δημιουργούν ένα πλέγμα συμφερόντων που υπερβαίνει τα όρια μιας παραδοσιακής ελληνοτουρκικής διαφοράς. Γι’ αυτό και η νέα τριμερής Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ που συζητήθηκε στη Νέα Υόρκη αποκτά ιδιαίτερο βάρος.
Το διακύβευμα δεν είναι απλώς ποιος θα κάνει την επόμενη διπλωματική δήλωση, αλλά ποιος θα συμμετέχει στον σχεδιασμό των νέων δικτύων ενέργειας, μεταφορών και ασφάλειας που θα συνδέουν την Ανατολική Μεσόγειο με την Ευρώπη.
Η ομιλία Νετανιάχου στον ΟΗΕ, η συνάντησή του με τον Μητσοτάκη και η παράλληλη ελληνική τοποθέτηση για Τουρκία, Κύπρο και ενεργειακές διασυνδέσεις δεν αποτελούν τρία διαφορετικά γεγονότα, αλλά συνθέτουν μια εικόνα.
Η Ανατολική Μεσόγειος μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε χώρο όπου η ενέργεια, η άμυνα, οι υποδομές και η εξωτερική πολιτική συναντώνται. Η Ελλάδα βρίσκεται στο κέντρο αυτής της γεωγραφίας και επιχειρεί να αξιοποιήσει τη θέση της, χωρίς να κλείνει την πόρτα του διαλόγου με την Τουρκία.
Το ερώτημα των επόμενων ετών δεν θα είναι μόνο ποιος έχει τις καλύτερες διπλωματικές σχέσεις, αλλά ποιος θα διαθέτει τις υποδομές, τις συμμαχίες και την επιχειρησιακή δυνατότητα να προστατεύσει τους νέους διαδρόμους που δημιουργούνται. Και από αυτή την άποψη, το μήνυμα από τη Νέα Υόρκη είναι σαφές: η μάχη για την Ανατολική Μεσόγειο δεν θα δοθεί μόνο πάνω στους χάρτες, αλλά και πάνω στα καλώδια, στις ενεργειακές διαδρομές, στα λιμάνια και στις αμυντικές υποδομές που θα διαμορφώσουν τον νέο χάρτη ισχύος της περιοχής.