Δεν με σοκάρουν πλέον όσοι μετατρέπουν κάθε δικαστική απόφαση που δεν τους αρέσει σε πεδίο μάχης.

Με σοκάρει, όμως, η ευκολία με την οποία κάποιοι εξακολουθούν να ντύνουν τη βία με τον μανδύα της πολιτικής ευαισθησίας και να παρουσιάζουν ως «αγώνα» την υπεράσπιση ανθρώπων που κατηγορούνται για εγκλήματα με ανθρώπινα θύματα. Τα χθεσινά επεισόδια έξω από το Δικαστικό Μέγαρο Θεσσαλονίκης δεν ήταν πράξη αντίστασης. Ήταν μια ακόμη απόδειξη ότι για ένα τμήμα του λεγόμενου αντιεξουσιαστικού χώρου η ιδεολογία έχει μετατραπεί σε άλλοθι για τη βία, την ανομία και την πλήρη απαξίωση των θεσμών.

Η εικόνα έξω από το Δικαστικό Μέγαρο δεν ήταν εικόνα διαμαρτυρίας. Ήταν εικόνα ωμής βίας. Μια ομάδα ανθρώπων επέλεξε να συγκρουστεί με τις αστυνομικές δυνάμεις αμέσως μετά την απόφαση για την προφυλάκιση του τέταρτου κατηγορουμένου για την εμπρηστική επίθεση στην οικία της οικογένειας Νέστορα, μια επίθεση που στοίχισε τη ζωή στη μητέρα της Αφροδίτης Νέστορα. Και όμως, κάποιοι θεώρησαν ότι το πρόβλημα δεν είναι μια υπόθεση που συγκλονίζει την κοινωνία, αλλά η ίδια η απόφαση της Δικαιοσύνης.

Αναρωτιέμαι πραγματικά πού σταματά η ιδεοληψία και πού αρχίζει η ηθική κατάρρευση. Με ποια λογική κάποιος βγαίνει στον δρόμο για να υπερασπιστεί έναν άνθρωπο που κατηγορείται για συμμετοχή σε μια υπόθεση με ανθρώπινο θύμα; Με ποιο δικαίωμα ασκεί βία στο όνομα μιας δήθεν ανώτερης πολιτικής συνείδησης; Και από πότε η υπεράσπιση της νομιμότητας θεωρείται κατακριτέα, ενώ η υπεράσπιση ενός κατηγορουμένου για μια τόσο βαριά υπόθεση παρουσιάζεται ως πράξη προοδευτισμού;

Το πιο προκλητικό, όμως, είναι η υποκρισία. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που δεν διστάζουν να αποκαλούν «φασίστα» οποιονδήποτε τολμήσει να εκφράσει μια διαφορετική πολιτική άποψη, ιδιαίτερα αν αυτή βρίσκεται στον χώρο της δεξιάς. Για αυτούς, η διαφορετική ιδεολογική τοποθέτηση αρκεί για να στιγματίσει έναν άνθρωπο. Την ίδια στιγμή, όμως, δεν έχουν κανέναν ενδοιασμό να οργανώνουν συγκεντρώσεις αλληλεγγύης και να προκαλούν επεισόδια για έναν κατηγορούμενο σε μια υπόθεση που συνδέεται με τον τραγικό θάνατο μιας γυναίκας. Αυτό δεν είναι ηθικό πλεονέκτημα. Είναι η απόλυτη ηθική αντίφαση.

Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση που με προβληματίζει βαθιά. Από τις δεκαεννέα προσαγωγές που έγιναν έξω από το Δικαστικό Μέγαρο, κατά τη διάρκεια των επεισοδίων, δύο μετατράπηκαν σε συλλήψεις. Πρόκειται για μια 25χρονη και έναν 32χρονο. Νέοι άνθρωποι. Νέοι είναι και οι κατηγορούμενοι της υπόθεσης. Δεν μπορώ να μη αναρωτηθώ τι πήγε τόσο λάθος στις ζωές τους ώστε να πιστεύουν ότι η βία αποτελεί πολιτική στάση και ότι η υπεράσπιση ενός ανθρώπου που κατηγορείται για συμμετοχή σε μια υπόθεση με νεκρό είναι πράξη κοινωνικής ευαισθησίας. Ποιοι τους έπεισαν ότι η σύγκρουση με τους θεσμούς είναι επαναστατική πράξη και όχι αδιέξοδος φανατισμός;

Η κοινωνία οφείλει να σταματήσει να αντιμετωπίζει αυτά τα φαινόμενα με ανοχή. Δεν πρόκειται για μια ακόμη «δυναμική κινητοποίηση», ούτε για «αγανακτισμένους νέους». Πρόκειται για ανθρώπους που επιλέγουν συνειδητά να περιφρονούν τους νόμους και να χρησιμοποιούν τη βία ως μέσο πολιτικής έκφρασης. Και ακόμη μεγαλύτερη ευθύνη φέρουν όσοι πολιτικοί εξακολουθούν να χαϊδεύουν τα αυτιά αυτών των ομάδων, αποφεύγοντας να καταδικάσουν χωρίς αστερίσκους τέτοιες συμπεριφορές. Για χρόνια επένδυσαν στην ανοχή απέναντι στην ανομία και σήμερα θερίζουμε τους καρπούς αυτής της επιλογής.

Σε μια πραγματική δημοκρατία δεν υπάρχει κανένα «ηθικό πλεονέκτημα» που να νομιμοποιεί τη βία, την τρομοκράτηση και την υπεράσπιση όσων κατηγορούνται για εγκλήματα με ανθρώπινα θύματα. Υπάρχει μόνο ο σεβασμός στη Δικαιοσύνη, στους θεσμούς και, πάνω απ’ όλα, στην αξία της ανθρώπινης ζωής.