Η αντιπολίτευση καταγγέλλει τον διάλογο κυβέρνησης–αγροτών, επενδύοντας στη συνέχιση των μπλόκων και στη μικροπολιτική ένταση αντί για ρεαλιστικές λύσεις.

Όταν η κυβέρνηση ανοίγει δίαυλο διαλόγου με τους αγρότες, η αντιπολίτευση σπεύδει να τον βαφτίσει «προσχηματικό». Όχι γιατί λείπει το περιεχόμενο, αλλά γιατί περισσεύει ο φόβος ότι μπορεί να υπάρξει αποτέλεσμα. Διότι μια συμφωνία, μια εκτόνωση, μια έστω μερική λύση, χαλάει το αφήγημα της μόνιμης καταγγελίας που τόσο βολικά συντηρείται πάνω στα μπλόκα.

Μετά από 40 ημέρες κινητοποιήσεων, με 20 από τα 27 αιτήματα να έχουν ήδη ικανοποιηθεί και με ξεκάθαρη συζήτηση για θεσμικά ζητήματα που πράγματι χρειάζονται δουλειά, η κυβέρνηση καλεί τους εκπροσώπους των αγροτών στο Μαξίμου. Η αντιπολίτευση, όμως, επιλέγει να σταθεί απ’ έξω, κουνώντας το δάχτυλο και απαιτώντας… διάλογο από το μηδέν. Γιατί από το μηδέν ξεκινούν μόνο οι υποσχέσεις χωρίς κόστος και χωρίς ευθύνη.

Προτάσεις χωρίς δημοσιονομική βάση

Από το ΠΑΣΟΚ μέχρι τον ΣΥΡΙΖΑ και από το ΚΚΕ μέχρι τα μικρότερα κόμματα, το μοτίβο είναι κοινό: γενναιόδωρες προτάσεις χωρίς δημοσιονομική βάση, εύκολα συνθήματα, δύσκολες απαντήσεις. Το ρεύμα «να πάει τόσο», το πετρέλαιο «να γίνει έτσι», η ΚΑΠ «να αλλάξει», λες και όλα αυτά λύνονται με μια δήλωση μπροστά σε κάμερες και όχι με διαπραγμάτευση, σχέδιο και αντοχές της οικονομίας.

Στο τέλος της ημέρας, το ερώτημα είναι απλό: ποιος θέλει πραγματικά λύσεις και ποιος θέλει απλώς να μείνουν κλειστοί οι δρόμοι για να μείνουν ανοιχτά τα μικρόφωνα; Γιατί ο διάλογος, όσο δύσκολος κι αν είναι, οδηγεί κάπου. Το χάος, όμως, είναι πάντα το πιο βολικό καταφύγιο για όσους δεν θέλουν να αναλάβουν καμία ευθύνη.