Ο χαρακτηρισμός της κυβέρνησης Μητσοτάκη ως «νεοφιλελεύθερης» αποτελεί την καραμέλα της Αριστεράς που καταρρίπτεται από την οικονομική πραγματικότητα.
Οσοι αναμασούν αυτόν τον όρο –προσφάτως και εκ δεξιών– μάλλον αγνοούν τις βασικές αρχές του νεοφιλελευθερισμού. Θα τρίζουν τα κόκαλα της συχωρεμένης της Μάργκαρετ Θάτσερ, της «σιδηράς κυρίας» των ιδιωτικοποιήσεων και της απόλυτης δημοσιονομικής πειθαρχίας, με την ανοησία.
Για τους αδαείς ο νεοφιλελευθερισμός επιτάσσει το ελάχιστο κράτος, μηδενική παρέμβαση στην αγορά και κατάργηση των επιδομάτων. Αντίθετα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη εφάρμοσε ένα μοντέλο κοινωνικού φιλελευθερισμού με ad hoc παρεμβάσεις. Τα παραδείγματα είναι ενδεικτικά: Κρατικές δαπάνες στο 48,3% του ΑΕΠ: Το γεγονός ότι σχεδόν το μισό της εγχώριας οικονομικής δραστηριότητας ελέγχεται από το κράτος απέχει παρασάγγας από το θατσερικό μοντέλο. Οι εκτεταμένες επιδοτήσεις: Η χρήση επιδομάτων (Market, Fuel, Tourism Pass) θυμίζει περισσότερο σοσιαλδημοκρατική αναδιανομή παρά ελεύθερη αγορά. Η παρέμβαση στις τιμές: Η επιβολή πλαφόν στο περιθώριο κέρδους και το «Καλάθι του Νοικοκυριού» συνιστούν παρέμβαση στον ανταγωνισμό. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε τις χιλιάδες νέες προσλήψεις στην Υγεία, την Παιδεία, την Αστυνομία καθώς και τις οριζόντιες αυξήσεις στους δημόσιους υπαλλήλους.
Εν κατακλείδι, η κυβερνητική πολιτική αποτελεί ένα μείγμα κρατικής ενίσχυσης και κοινωνικής πρόνοιας, το οποίο βρίσκεται στον αντίποδα του δόγματος του ελεύθερου laissez-faire.