Το αφήγημα περί «υποχωρητικότητας» έχει στηθεί για να φθαρεί ο Μητσοτάκης.
Το αφήγημα περί δήθεν υποχωρητικότητας και δήθεν ενδοτισμού από την πλευρά του πρωθυπουργού και της κυβέρνησης ως προς τις σχέσεις με την Τουρκία του Ταγίπ Ερντογάν έχει ξεκινήσει εδώ και καιρό. Μόνο που πλέον θυμίζει κάπως τη λεγόμενη «ξυλολιάδα» και τις θεωρίες περί δήθεν παράνομου φορτίου. Το πρόβλημα των... σεναριογράφων είναι ότι πρόκειται στην κυριολεξία για ένα παραμύθι χωρίς δράκο, αφού δεν υπάρχει ούτε ένα δεδομένο που να επιβεβαιώνει αυτό το αφήγημα.
Το αφήγημα έχει στηθεί με έναν και μοναδικό σκοπό: να φθαρεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης και να δημιουργηθεί χώρος για ένα συγκεκριμένο ακροατήριο στη βάση της σχέσης με την Τουρκία. Ένα ακροατήριο που αποδέχεται τις πατριωτικές κορόνες χωρίς να ερευνά πού στηρίζονται αυτές. Διότι πραγματικά μέχρι σήμερα, από το 2019 που ανέλαβαν τη διακυβέρνηση της χώρας η ΝΔ και ο σημερινός πρωθυπουργός, δεν υπάρχει ούτε μία περίπτωση που να καταγράφηκε έστω και τάση υποχωρητικότητας και ενδοτισμού.
Κάθε άλλο, θα έλεγε κανείς. Αρχής γενομένης από την αντιμετώπιση της υβριδικής απειλής στον Έβρο το 2020, μέχρι σήμερα έχουν γίνει, πραγματικά, όσα δεν έγιναν τα προηγούμενα χρόνια ως προς τη θωράκιση της χώρας αλλά και τη διεύρυνση της διπλωματικής βεντάλιας σε σχέση με γειτονικές χώρες και όχι μόνο.
Οι αμυντικές συμφωνίες με ΗΠΑ και Γαλλία, η προμήθεια των φρεγατών Belharra –η πρώτη εκ των οποίων βρίσκεται ήδη στα χέρια του Πολεμικού Ναυτικού–, η αναβάθμιση των F-16, η προμήθεια των Rafale και η συμφωνία για τα F-35, έρχονται να αναδείξουν τις προθέσεις τις ελληνικής πλευράς ως προς τη δημιουργία των αναγκαίων και ικανών συνθηκών που αφορούν την αποτρεπτική της δύναμη.
Ακόμη και ο νόμος για τις αλλαγές στο στράτευμα συμβάλλουν προς αυτή την κατεύθυνση όσο και αν κάποιοι διαμαρτύρονται.
O Κυριάκος Μητσοτάκης είναι ο πρωθυπουργός που από το βήμα του ΟΗΕ έθεσε επί τάπητος το casus belli της Τουρκίας, ενώ και στην υπόθεση του προγράμματος SAFE έθεσε όρους και προϋποθέσεις δημιουργώντας μια διαδικασία που ουσιαστικά επέτρεπε την άσκηση βέτο στην περίπτωση ένταξης της γειτονικής χώρας.
Παράλληλα, προχώρησε ο Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός όπου αποτυπώνονται τα ανώτατα δυνητικά όρια της χώρας, υπογράφηκαν ΑΟΖ με Ιταλία και Αίγυπτο, ενώ στην πράξη αντιμετωπίστηκε και το παράνομο τουρκολιβυκό σύμφωνο μέσα από τη συμφωνία για έρευνες στο οικόπεδο νοτίως της Τουρκίας από τη δεύτερη μεγαλύτερη εταιρεία, τη Chevron.
Επίσης, η Ελλάδα μετατρέπεται σε ενεργειακό κόμβο για την Ευρώπη, ενώ ο λεγόμενος Κάθετος Διάδρομος δίνει... πόντους στη χώρα σε μια περίοδο ανακατατάξεων και αναταράξεων σε διεθνές επίπεδο καθιστώντας την ως έναν πυλώνα σταθερότητας.
Την ίδια στιγμή, ο πρωθυπουργός ξεκαθαρίζει με απόλυτη σαφήνεια ότι ουδείς δύναται να υπαναχωρήσει έναντι των κόκκινων γραμμών που έχουν τεθεί, καθώς και ότι ο διάλογος γίνεται χωρίς αυταπάτες και κυρίως χωρίς να εφησυχάζουμε. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η επίσκεψή του στην Άγκυρα, που θα πραγματοποιηθεί το αργότερο μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου.
Άλλωστε, η Ελλάδα δεν έχει κανέναν λόγο να φοβάται αυτόν τον διάλογο, που ουσιαστικά αποτελεί μια κίνηση διατήρησης ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας μεταξύ των δύο πλευρών.
Οπότε το ερώτημα επανέρχεται. Πού ακριβώς αποτυπώνονται υποχωρητικότητα και ενδοτικότητα; Πέραν των ακραίων απόψεων περί μη διαλόγου, γιατί αυτός καθίσταται επικίνδυνος την ώρα που αντιμετωπίζεται με σοβαρότητα και πλήρη γνώση των δεδομένων;
Το να εμφανίζονται κάποιοι κήρυκες του πατριωτισμού –όπως τον αντιλαμβάνονται– δεν είναι εκτός του μικροκομματικού και μικροπολιτικού παιχνιδιού. Αλλά εδώ μιλάμε για τη χώρα και τη σοβαρότητά της στο διεθνές και το διπλωματικό πεδίο,
*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο».
