Η πολύπλευρη σημασία και η ιδιαιτερότητα του θρησκευτικού τουρισμού είναι κάτι αδιαμφισβήτητο όπως τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο υπουργός Τουρισμού Χάρης Θεοχάρης, επισημαίνοντας ότι οι άνθρωποι που ταξίδευαν κάθε χρόνο ανά τον κόσμο προς προορισμούς υψηλού θρησκευτικού, πρσκυνηματικού και πνευματικού ενδιαφέροντος, πριν φυσικά από τις ανατροπές τις οποίες προκάλεσε η πανδημία, υπολογίζονται σε 300 εκατομμύρια. Και σαφώς στο σχέδιο του υπουργείου για την ανάπτυξη του θεματικού τουρισμού στην Ελλάδα περιλαμβάνει διεκδίκηση μεριδίου από αυτό το ρεύμα.

Αν μη τι άλλο, η πατρίδα μας έχει πλήθος σπουδαίων θρησκευτικών μνημείων. Η χριστιανική πίστη εκφράστηκε πολλαπλώς στο διάβα των αιώνων, φιλοτεχνώντας μοναστήρια, εκκλησίες και ξωκκλήσια μεγάλης θρησκευτικής και αρχιτεκτονικής αξίας.

Ωστόσο, αυτό που προέχει την τρέχουσα περίοδο είναι η διασφάλιση της υγείας κάθε τουρίστα, είτε ταξιδεύει μόνος είτε ομαδικά, όπως συχνά γίνεται στον θρησκευτικό τουρισμό. «Οφείλουμε να σεβόμαστε απόλυτα την ψυχική ανάγκη του προσκυνητή για την αναζωογόνηση της πίστης του. Οφείλουμε όμως εξίσου να τηρούμε, θα έλεγα με την ίδια ευλάβεια τις ισχύουσες οδηγίες των επιδημιολόγων για τον υγιή και ασφαλή τουρισμό γενικώς», όπως υπογραμμίζει στην παρέμβαση του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο υπουργός.

Στα θέματα της ανάπτυξης και προώθησης των προσκυνηματικών περιηγήσεων πολύπλευρο και σημαντικό είναι έργο και της Εκκλησίας της Ελλάδος, μέσω των δράσεων του Συνοδικού Γραφείου Προσκυνηματικών Περιηγήσεων.

Δράσεις που αφορούν τη συμμετοχή της Εκκλησίας της Ελλάδος σε διεθνείς εκθέσεις και τις οργανωμένες επισκέψεις από το εξωτερικό στα θρησκευτικά μνημεία, τις μονές και τα προσκυνήματα όπως κάνει γνωστό στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο γραμματέας του εν λόγω Συνοδικού Γραφείου, αρχιμανδρίτης Σπυρίδων Κατραμάδος, επισημαίνοντας ωστόσο πως από τις αρχές Μαρτίου του 2020 έχουν ανασταλεί λόγω κορωνοϊού όλες οι δράσεις της Εκκλησίας που αφορούν την άφιξη τουριστών στη χώρα μας, μέχρι νεωτέρας οδηγίας από το υπουργείο Τουρισμού.

«Στο πλαίσιο της άριστης συνεργασίας με την κυβέρνηση, περιμένουμε το πράσινο φως της επαναλειτουργίας του θρησκευτικού τουρισμού με επισκέπτες από το εξωτερικό», δηλώνει και συνεχίζει: «Εντός της Ελλάδας, όμως, συνεχίζεται η εργασία προβολής και ανάδειξης των θρησκευτικών μνημείων, μονών και προσκυνημάτων με τρεις δράσεις: η πρώτη αφορά την κυκλοφορία τρίγλωσσου καλαίσθητου εντύπου με τον τίτλο “2.000 χρόνια ταξίδι στο φως της Χριστιανοσύνης” και του πρώτου προσκυνηματικού χάρτη. Η δεύτερη, την καταγραφή και την καταλογράφηση των μοναστηριακών προϊόντων στην ελληνική επικράτεια και η τρίτη, την προώθηση και την ενίσχυση των Ιερών Μονών, των Ιερών Προσκυνημάτων από τους Έλληνες εντός Ελλάδας, με τη διοργάνωση προσκυνηματικών επισκέψεων».

Οι μονές της Ελλάδας αποτελούν για όλον τον ορθόδοξο κόσμο σημαντικά προσκυνήματα/σταθμούς στα θρησκευτικά ταξίδια στην Ελλάδα. Ο χαρακτήρας τους ξεχωριστός, ατόφιος, προαιώνιος. Κτισμένες σε πανέμορφες τοποθεσίες, συχνά πάνω σε αρχαίους ναούς και ιερά. Μοναστήρια-σύμβολα της προσπάθειας υπέρβασης του επίγειου. Μερικά από αυτά παρουσιάζει το ΑΠΕ-ΜΠΕ σ’ ένα μικρό αφιέρωμα που ξεκινά από τη Βόρεια Ελλάδα, όπου πόλος έλξης για χιλιάδες προσκυνητές και επισκέπτες είναι το Άγιο Όρος, ενώ οι δήμοι στις γύρω περιοχές αξιοποιούν τη γειτνίαση με την Αθωνική κοινότητα για να εξελιχθούν τουριστικά και να αναπτύξουν και άλλα είδη τουρισμού εκτός από τον θρησκευτικό/προσκυνηματικό. Μεγάλο μερίδιο από την αγορά του θρησκευτικού τουρισμού έλκει και η Θεσσαλονίκη που μεταξύ άλλων, αποτελεί την αφετηρία για τη διαδρομή που γίνεται στα βιβλικά βήματα του Αποστόλου Παύλου. Λίγο πιο νότια τα Μετέωρα μοναστικά και αρχιτεκτονικά ουράνια στολίδια προκαλούν δέος. Χιλιάδες άνθρωποι επισκέπτονται το ευλογημένο νησί της Πάτμου, ενώ στην Πάτρα ο ιερός ναός του Αγίου Ανδρέα αποτελεί κορυφαίο προορισμό για τον θρησκευτικό τουρισμό.

Στην Πάτρα του Αγίου Ανδρέα

Ο μεγαλοπρεπής ιερός ναός του Αγίου Ανδρέα, σύμβολο της Πάτρας, αποτελεί έναν κορυφαίο προορισμό για τον θρησκευτικό τουρισμό.

Κάθε χρόνο επισκέπτονται τον ιερό ναό για να προσκυνήσουν την Τίμια Κάρα του Πρωτόκλητου των Αποστόλων, καθώς και τον σταυρό που μαρτύρησε, χιλιάδες ορθόδοξοι χριστιανοί, όχι μόνο από την Ελλάδα και την Κύπρο, αλλά και από χώρες της ανατολικής Ευρώπης, ιδίως από τη Ρωσία.

Όμως, ο μεγαλοπρεπής ναός αποτελεί και ένα πολιτιστικό μνημείο και όπως λέει, μιλώντας στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο προϊστάμενος του ναού πρωτοπρεσβύτερος π. Νικόλαος Σκιαδαρέσης, «βλέπουμε συχνά επισκέπτες ακόμα και από την Κίνα και την Ιαπωνία.»

Μάλιστα, όπως περιγράφει στο ΑΠΕ – ΜΠΕ, «μου έχει κάνει εντύπωση η ευλάβεια με την οποία εισέρχονται και παραμένουν στο ναό οι κινέζοι επισκέπτες, οι οποίοι είναι πολύ προσεκτικοί, ενώ βλέποντας εμάς να ανάβουμε ένα κερί, κάνουν ακριβώς το ίδιο.»

Επίσης, ο π. Νικόλαος Σκιαδαρέσης επισημαίνει ότι αρκετοί είναι οι επισκέπτες και από χώρες της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης, όπως για παράδειγμα από τη Γαλλία και τη Γερμανία.

Όσον αφορά στον αριθμό των επισκεπτών, ο πρωτοπρεσβύτερος σημειώνει ότι «δεν μπορεί να υπάρχει επίσημη καταγραφή, αλλά αυτό που διαπιστώνουμε είναι ότι υπάρχει συνεχής ροή όλο τον χρόνο και ιδίως τους καλοκαιρινούς μήνες.»

Βέβαια, όπως προσθέτει, καταγράφεται μεγάλος αριθμός επισκεπτών κυρίως από την Ελλάδα στην εορτή του πολιούχου των Πατρών, στις 30 Νοεμβρίου, καθώς επίσης και κατά τη διάρκεια των θρησκευτικών εκδηλώσεων που πραγματοποιούνται στα τέλη Σεπτεμβρίου, με αφορμή την επανακομιδή της Τίμιας Κάρας του Αγίου Ανδρέα.

Ο νέος ιερός ναός του Αγίου Ανδρέα, που βρίσκεται πολύ κοντά στο ιστορικό κέντρο της Πάτρας, θεμελιώθηκε το 1908 και εγκαινιάσθηκε το 1974, αφού η ανέγερσή του έγινε με διακοπές, λόγω διαφόρων προβλημάτων που παρουσιάστηκαν.

Ο τρούλος του ναού έχει ύψος 46 μέτρα και στην οροφή του είναι τοποθετημένος ένας επίχρυσος σταυρός ύψους πέντε μέτρων, ενώ το εσωτερικό εμβαδόν φθάνει τα 2.500 τετραγωνικά μέτρα.

Ο γειτονικός παλαιός ναός του Αγίου Ανδρέα κτίστηκε αρχικά στα τέλη του 5ου αιώνα επάνω σε ερείπια αρχαίου ναού της Δήμητρας και υπέστη πολλές καταστροφές στο πέρασμα των χρόνων.

Η ανέγερση του σημερινού ναού ξεκίνησε το 1836 και τα εγκαίνια έγιναν το 1843. Στο νότιο κλίτος βρίσκεται ο τάφος του Αγίου Ανδρέα, επενδυμένος με μάρμαρο, ενώ δίπλα στον ναό, σε υπόγειο θολωτό σπηλαίωμα, σώζεται πηγή νερού.

Το γεγονός ότι και οι δύο ιεροί ναοί βρίσκονται πολύ κοντά στο ιστορικό κέντρο της Πάτρας, δίνει τη δυνατότητα στους επισκέπτες να περιηγηθούν στην πόλη, με ό,τι θετικό συνεπάγεται για την τοπική οικονομία.

Ειδικότερα, μέσω του μεγάλου πεζόδρομου της Ρήγα Φεραίου, που καταλήγει στον περίβολο του ναού, οι επισκέπτες μπορούν να βρεθούν στο εμπορικό κέντρο της Πάτρας, ενώ μέσω του γειτονικού πεζόδρομου της Τριών Ναυάρχων και της πλατείας Ψηλών Αλωνίων μπορούν να επισκεφθούν το Ρωμαϊκό Ωδείο και το κάστρο της Πάτρας.

Από την πλευρά της, η περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας έχει ολοκληρώσει, όπως λέει στο ΑΠΕ – ΜΠΕ ο αντιπεριφερειάρχης Τουρισμού, Νίκος Κοροβέσης, τη δημιουργία αρχείου εικονικής περιήγησης 360ᵒ μοιρών του Αγίου Ανδρέα, ώστε ο μελλοντικός επισκέπτης να ξέρει από πριν τι μπορεί να δει.»

Στους βράχους των Μετεώρων

Μεταξύ ουρανού και γης, αποτελώντας ένα μοναδικό παγκόσμιο γεωλογικό φαινόμενο, οι βραχώδεις σχηματισμοί που σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνούν τα 400μ., μαγεύουν και προκαλούν δέος στον επισκέπτη που έρχεται από κάθε γωνιά του πλανήτη, καθώς πλησιάζει στην περιοχή της Καλαμπάκας. Ο λόγος για τα Μετέωρα, τα οποία διακόπτουν τη μονοτονία του απέραντου θεσσαλικού κάμπου, όπου η μοναδικότητά τους δεν έγκειται μόνο στους βράχους, αλλά στο γεγονός πως πάνω σε αυτούς έχουμε κατοίκηση σε μια σπάνια μοναστική κατασκευή και αρχιτεκτονική. Οι πρώτοι ερημίτες, σύμφωνα με ιστορικούς, ανεβαίνουν στους βράχους των Μετεώρων στα τέλη του 11ου και στις αρχές του 12ου αιώνα και συγκροτείται μια υποτυπώδης ασκητική πολιτεία, η Σκήτη της Δούπιανης ή των Σταγών.

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Οι πρώτες Μονές, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, κτίζονται γύρω στον 14ο αιώνα, πολλές από τις οποίες ανακαινίζονται ή ανεγείρονται από τα θεμέλιά τους τον 16ο αιώνα, εποχή που αποτελεί περίοδο ιδιαίτερης ακμής και άνθισης του μετεωρίτικου μοναχισμού. Στην ακμή τους, τα Μετέωρα (16ος – 17ος αιώνας) μετρούσαν 24 μονές από τις οποίες σήμερα λειτουργούν μόνο έξι. Τα Μετέωρα είναι μνημείο εγγεγραμμένο στον κατάλογο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO. Η μοναστική Πολιτεία των Μετεώρων διαθέτει έναν πλούσιο και ξεχωριστό θησαυρό σε κειμήλια, κείμενα, έγγραφα και εικόνες. Έναν ανεκτίμητο πλούτο πολιτιστικής κληρονομιάς. Το οδοιπορικό μας ξεκινά από την Μονή της Υπαπαντής, όπου σήμερα είναι ακατοίκητη και ανήκει στη Μονή του Μεγάλου Μετεώρου. Η τοιχογράφηση αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζωγραφικά σύνολα του δεύτερου μισού του ΙΔ΄ αιώνα και είναι η παλαιότερη που έχουμε στις μετεωρικές μονές. Η ίδρυση της Μονής του Μεγάλου Μετεώρου ή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος όπως ονομάστηκε λίγο αργότερα, αποτέλεσε το σταθμό του οργανωμένου μετεωρίτικου μοναχισμού. Ιδρύθηκε λίγο πριν τα μέσα του ΙΔ΄ αιώνα από τον όσιο Αθανάσιο τον Μετεωρίτη, ο οποίος υπήρξε και ο πρώτος κτήτορας της μονής και οργανωτής συστηματικής μοναστικής κοινότητας. Στον μικρό ναό, που σήμερα αποτελεί το ιερό του καθολικού της μονής, που αγιογραφείται στα 1483, οι τοιχογραφίες, σύμφωνα με ιστορικούς και ερευνητές, αποτελούν ένα λαμπερό ζωγραφικό σύνολο, που αντιπροσωπεύει την τέχνη των τελευταίων παλαιολόγειων χρόνων, λίγο μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Η παλιά Τράπεζα της μονής ένα αρχιτεκτονικό αριστούργημα του 1557, αποτελεί ένα ενδιαφέρον αρχιτεκτονικό οικοδόμημα που με πέντε κίονες χωρίζεται σε δύο κλίτη και κοσμείται με πλινθόκτιστα τόξα, σταυροθόλια και θόλους. Σήμερα είναι αποκαταστημένη, αναπαριστά ακριβώς τη λειτουργία, όλα τα χρηστικά και λειτουργικά σκεύη και αξίζει ο κάθε επισκέπτης να δει όλα αυτά από κοντά.

Χαρακτηριστικό της Μονής είναι και το παλιό γηροκομείο-νοσοκομείο, που κτίσθηκε το 1572 με επίσης ξεχωριστή αρχιτεκτονική. Σε αυτό, σύμφωνα με στοιχεία μελετητών, φυλάσσονται σπάνιες φορητές εικόνες, όπως το δίπτυχο των παλαιολόγειων χρόνων όπου στο ένα φύλλο απεικονίζεται η Παναγία και στο άλλο ο Χριστός ως Άκρα Ταπείνωση. Την πλούσια και σπουδαία συλλογή του Μεγάλου Μετεώρου συμπληρώνουν τα 640 χειρόγραφα, έγγραφα και βιβλία που χρονολογούνται από τον 9ο έως και τον 19ο αι.

Στη Μονή Αγίου Νικολάου Αναπαυσά ο επισκέπτης θα θαυμάσει έναν πλούσιο εικονογραφικό διάκοσμο που αποτελεί έργο του Κρητικού ζωγράφου Θεοφάνη Στρελίτζα Μπαθά το έτος 1527. Και το οδοιπορικό μας στα εν λειτουργία μοναστήρια των Μετεώρων συνεχίζεται…

Σε έναν επιβλητικό βράχο, απέναντι από τον βράχο της Μονής του Μεγάλου Μετεώρου, υψώνεται η Μονή Βαρλαάμ. Αξιόλογα κτίσματα είναι η παλαιά τράπεζα, η οποία παραμένει ως τράπεζα, η εστία- μαγειρείο με πλούσια αρχιτεκτονική που σήμερα λειτουργεί ως σκευοφυλάκειο- μουσείο. Η μονή, σύμφωνα με διάφορους ερευνητές, διαθέτει πλούσια και αξιόλογη συλλογή χειρογράφων, περίπου 290, καθώς εδώ στα τέλη του 16ου-αρχές 17ου αι. λειτούργησε το πιο οργανωμένο βιβλιογραφικό εργαστήριο των μετεώρων όπου εργάζονταν μεθοδικά και εντατικά ειδικευμένοι καλλιγράφοι και γραφείς – διακοσμητές κωδίκων. Στη Μονή Αγίας Τριάδος, παλιότερα ανέβαινε κανείς με ανεμόσκαλα ή με το παραδοσιακό δίχτυ. Στα 1925 έγινε λαξευτή κλίμακα με 140 περίπου σκαλοπάτια της, που χρησιμοποιεί ο σημερινός επισκέπτης. Στην Ιερά Μονή Ρουσάνου, ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι τοιχογραφίες του καθολικού που έγινε το 1560, αλλά και οι τοιχογραφίες του νάρθηκα. Και το ταξίδι μας ολοκληρώνεται με την πιο προσπελάσιμη μονή, η οποία είναι η γυναικεία του Αγίου Στεφάνου. Με εργασίες των ιδίων των μοναχών, όπως έχει γραφεί κατά καιρούς, η παλαιά Τράπεζα της μονής μετατράπηκε σε μουσείο όπου είναι εκτεθειμένα αξιόλογα εκκλησιαστικά κειμήλια, όπως φορητές μεταβυζαντινές εικόνες, χρυσοκέντητα άμφια και άλλα υφαντά, ξυλόγλυπτοι σταυροί, περίτεχνα έργα αργυροχοΐας και μεταλλοτεχνίας, κ.ά. Τα Μετέωρα με τις δράσεις τους, που ανέπτυξαν ανά τους αιώνες, συνέβαλλαν στη διατήρηση της Ορθόδοξης μοναστικής παράδοσης.