Μέτρα για τη μείωση του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας ανακοίνωσαν οι συναρμόδιοι υπουργοί Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, και Ανάπτυξης, Τάκης Θεοδωρικάκος.
Οι ανακοινώσεις έγιναν παρουσία και του υφυπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκου Τσάφου, επιχειρώντας να δώσουν απάντηση σε ένα ζήτημα που βρίσκεται εδώ και καιρό στο επίκεντρο των πιέσεων της αγοράς.
Η παρέμβαση στηρίζεται σε δύο πυλώνες: άμεση μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας και παράλληλη ενίσχυση επενδύσεων για τη μόνιμη αποκλιμάκωσή του.
Στο πρώτο σκέλος, το συνολικό όφελος εκτιμάται σε περίπου 100 εκατ. ευρώ ετησίως, με βασικό εργαλείο την αύξηση του συντελεστή αντιστάθμισης εκπομπών CO2 για την περίοδο 2026-2030, που μεταφράζεται σε ενίσχυση της τάξης των 75 εκατ. ευρώ τον χρόνο για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες.
Παράλληλα, από την 1η Ιουλίου τίθεται σε εφαρμογή η μείωση κατά 50% στις χρεώσεις ΥΚΩ για καταναλωτές υψηλής και μέσης τάσης, με ετήσιο όφελος που υπολογίζεται σε περίπου 26 εκατ. ευρώ και αφορά ευρύ φάσμα επιχειρήσεων. Οι ενδεικτικές χρεώσεις διαμορφώνονται σε 4,14, 6,91 και 18,24 ευρώ ανά MWh, ανάλογα με τα επίπεδα κατανάλωσης, οδηγώντας σε αισθητή μείωση του ενεργειακού κόστους.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, τα μέτρα για τις ΥΚΩ καλύπτουν περίπου 23.000 καταναλωτές, ενισχύοντας άμεσα τα ταμειακά διαθέσιμα των επιχειρήσεων σε μια περίοδο όπου το ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να αποτελεί βασικό παράγοντα πίεσης για τη βιομηχανία.
Το δεύτερο σκέλος του σχεδίου μεταφέρει το βάρος στις επενδύσεις, με τη διάθεση 200 εκατ. ευρώ σε επιχορηγήσεις μέσω του Ταμείου Εκσυγχρονισμού για έργα ενεργειακής αναβάθμισης. Πρόκειται για ενισχύσεις που κατευθύνονται σε στρατηγικές επενδύσεις της βιομηχανίας, με στόχο τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας και τη βελτίωση της αποδοτικότητας.
Η χρηματοδότηση συνοδεύεται από σαφή προϋπόθεση: κάθε επενδυτικό σχέδιο θα πρέπει να επιτυγχάνει τουλάχιστον 10% εξοικονόμηση ενέργειας σε σχέση με την αρχική κατάσταση. Οι επιλέξιμες παρεμβάσεις περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, εξηλεκτρισμό θερμικών διεργασιών, αναβάθμιση εξοπλισμού, εγκατάσταση συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας, ανάκτηση θερμότητας και βελτίωση της ενεργειακής διαχείρισης.
Το πρόγραμμα απευθύνεται κυρίως σε κλάδους υψηλής ενεργειακής έντασης – όπως η μεταλλουργία, το αλουμίνιο, το τσιμέντο, τα χημικά και η φαρμακοβιομηχανία – όπου το ενεργειακό κόστος αποτελεί κρίσιμο παράγοντα ανταγωνιστικότητας, ενώ οι ενισχύσεις μπορούν να δοθούν είτε μέσω του Γενικού Απαλλακτικού Κανονισμού είτε μέσω του πλαισίου CISAF.