Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, με ανακοίνωσή του, χαιρέτισε την απόφαση της Αθήνας για τη δημιουργία της «Ασπίδας του Αχιλλέα».
Στους διαδρόμους του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, όπου συνήθως οι λέξεις ζυγίζονται με χειρουργική ακρίβεια πριν διατυπωθούν, η τοποθέτηση για τη διακρατική αμυντική συμφωνία Ελλάδας-Ισραήλ δεν άφησε κανένα περιθώριο αμφισβήτησης. Με μια λιτή αλλά ηχηρή δήλωση, η αμερικανική διπλωματία σφράγισε την πλήρη στήριξη της Ουάσιγκτον στο deal των 3 δισεκατομμυρίων ευρώ για την ανάπτυξη της «Ασπίδας του Αχιλλέα».
Απαντώντας σε ερώτηση του ΑΠΕ-ΜΠΕ σχετικά με τη συμφωνία και την ενίσχυση της ελληνοϊσραηλινής αμυντικής συνεργασίας, εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανέφερε ότι: «Οι Ηνωμένες Πολιτείες χαιρετίζουν τη συνεργασία μεταξύ της Ελλάδας και του Ισραήλ, η οποία προωθεί τους κοινούς μας στόχους στον τομέα της ασφάλειας».
Η γεωπολιτική διάσταση
Για όσους παρακολουθούν τη γεωπολιτική σκακιέρα της Ανατολικής Μεσογείου, η αμερικανική τοποθέτηση δεν είναι μια απλή τυπική διπλωματική φιλοφρόνηση. Είναι η επίσημη πιστοποίηση ότι η Αθήνα, μέσω της οικοδόμησης αυτής της πολυεπίπεδης αντιαεροπορικής και αντιβαλλιστικής «ομπρέλας», εδραιώνεται ως ο βασικός πυλώνας σταθερότητας και εγγυητής της αμυντικής αρχιτεκτονικής στην ευρύτερη περιοχή.
Στον απόηχο της πολλαπλά σημαντικής δήλωσης του εκπροσώπου του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών, είναι σαφές ότι η συνεργασία Ελλάδας-Ισραήλ διαβάζεται ως κρίσιμο βήμα, ευθυγραμμισμένο απολύτως με το αμερικανικό στρατηγικό δόγμα για την ενίσχυση των συμμαχικών δικτύων 3+1 στην Ανατολική Μεσόγειο. Το πακέτο, το οποίο υπεγράφη στο Τελ Αβίβ, περιλαμβάνει κορυφαία ισραηλινά συστήματα —Spyder, Barak MX και David’s Sling— και προηγμένα ραντάρ, προσφέροντας παράλληλα ολοκληρωμένη προστασία από την ολοένα εξαπλούμενη απειλή των μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones).
Ο πηγαίος κώδικας
Την ίδια ώρα, η διπλωματική επιβεβαίωση από τις ΗΠΑ συνοδεύτηκε από την τεχνική διασαφήνιση του ισραηλινού υπουργείου Αμυνας σχετικά με τον πολυσυζητημένο πηγαίο κώδικα (source code). Η σύγχυση είχε προκληθεί από την τοποθέτηση του ισραηλινού υπουργείου Αμυνας και συγκεκριμένα από τις δηλώσεις του Μοσέ Πατέλ, επικεφαλής του Οργανισμού Αντιπυραυλικής Αμυνας του Ισραήλ.
Σε συνέντευξή του στην «Καθημερινή της Κυριακής», ο Πατέλ είχε απαντήσει αρνητικά όταν ρωτήθηκε αν ο πηγαίος κώδικας περιλαμβάνεται στην άδεια χρήσης της συμφωνίας. Νεότερη, όμως, διευκρίνιση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα δεν θα έχει πρόσβαση στον ιδιόκτητο κώδικα πάνω στον οποίο λειτουργούν τα ήδη υπάρχοντα ισραηλινά συστήματα. Θα έχει, όμως, τον έλεγχο του νέου κώδικα που θα αναπτυχθεί ειδικά για το ελληνικό σύστημα διοίκησης και ελέγχου.
Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Οτι, αν και η Αθήνα δεν αποκτά τον ιδιόκτητο κώδικα των αυτόνομων ισραηλινών συστημάτων, η Ελλάδα θα αναπτύξει —μέσω εγχώριων εταιρειών και με ισραηλινή τεχνογνωσία— έναν εντελώς ξεχωριστό ελληνικό κώδικα για το κεντρικό Σύστημα Διοίκησης και Ελέγχου (C2). Αυτό οδηγεί στο αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα περί της ελληνικής επιχειρησιακής αυτονομίας.
Ο κώδικας, δηλαδή, του κεντρικού συστήματος θα βρίσκεται υπό πλήρη ελληνικό έλεγχο. Αυτό επιτρέπει στις ελληνικές Ενοπλες Δυνάμεις να προσαρμόζουν το λογισμικό στις δικές τους επιχειρησιακές ανάγκες και να διατηρούν τη στρατηγική ευελιξία που είχε θέσει ως προαπαιτούμενο το υπουργείο Εθνικής Αμυνας.
Η αντιπολιτευτική κριτική
Επ’ αυτού, η αντιπολίτευση στην Ελλάδα κινήθηκε ακόμη μία φορά στον αστερισμό της αντικυβερνητικής της εμμονής, που παραμένει αδιασάλευτη ακόμα και σε τόσο κρίσιμα ζητήματα εθνικής ασφάλειας.
ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ κινήθηκαν, ξανά, σε ρυθμό εθνικής καταστροφολογίας, με τη βιασύνη του εθνικολαϊκισμού τους να προηγείται της λογικής σκέψης και της εθνικής ευθύνης. Ο Νίκος Ανδρουλάκης έφτασε σε σημείο να μιλήσει για «ομηρία της χώρας», ενώ δηλώσεις στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ έκαναν λόγο για «ατιμωτική εθνική υποχώρηση».
Ο Αλέξης Τσίπρας, στο πλαίσιο του νέου του «κεντρώου» προφίλ, υποστήριξε ότι και ο ίδιος θα αγόραζε ως πρωθυπουργός την «Ασπίδα του Αχιλλέα», αλλά με δικούς του όρους και «μόνο εφόσον ήταν απολύτως εξασφαλισμένος ο πηγαίος κώδικας».
Η συντονισμένη στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών στη στρατιωτική σύγκλιση Αθήνας και Τελ Αβίβ, βεβαίως, απογυμνώνει την κριτική της ελληνικής αντιπολίτευσης, εκθέτοντάς την τόσο για την άγνοιά της στα ζητήματα της εθνικής ασφάλειας όσο και για την ακούσια ταύτισή της με όσους είχαν πραγματικούς και σοβαρούς λόγους να ενοχληθούν από αυτήν τη συνεργασία στρατηγικής θωράκισης της Ελλάδας, όπως η Τουρκία.