Η Σώτη Τριανταφύλλου υποστηρίζει, σε άρθρο της στην Athens Voice, ότι η ιστορική εξέλιξη της αριστερής τρομοκρατίας εξακολουθεί να επηρεάζει τον σύγχρονο εξτρεμισμό, θέτοντας κρίσιμα ζητήματα για τη δημοκρατία, τη νομιμότητα και το κράτος δικαίου.
Από την επαναστατική βία στις οργανώσεις του 20ού αιώνα
Η Σώτη Τριανταφύλλου, σε άρθρο της στην Athens Voice, επιχειρεί να χαρτογραφήσει την ιστορική διαδρομή της αριστερής τρομοκρατίας, υποστηρίζοντας ότι η σχέση της με την ευρύτερη αριστερά διαμορφώθηκε ήδη από την περίοδο του πολέμου της Αλγερίας. Επικαλούμενη τις αναλύσεις του Albert Memmi, σημειώνει ότι, παρά τις αρχικές θεωρητικές αποστάσεις της αριστεράς από την πολιτική βία, η πραγματικότητα των επόμενων δεκαετιών ανέδειξε μια στενότερη σύνδεση ανάμεσα στην επαναστατική ιδεολογία και την ένοπλη δράση.
Η συγγραφέας αναφέρεται στην εμφάνιση οργανώσεων όπως οι Ερυθρές Ταξιαρχίες, η RAF, ο Ιρλανδικός Δημοκρατικός Στρατός, ο Ιαπωνικός Ερυθρός Στρατός και ένοπλες παλαιστινιακές οργανώσεις, υποστηρίζοντας ότι αυτές μετέβαλαν τα χαρακτηριστικά της τρομοκρατίας, στρέφοντάς την πλέον και κατά αμάχων, με στόχο την πολιτική και συμβολική επίδραση. Παράλληλα, επισημαίνει ότι σημαντικό μέρος της αριστεράς αντιμετώπισε την τρομοκρατία περισσότερο με όρους πολιτικής αποτελεσματικότητας παρά ως ηθικό ζήτημα.
Η σύνδεση με τον σύγχρονο εξτρεμισμό - Κοινές λογικές βίας
Κατά τη Σώτη Τριανταφύλλου, η υποχώρηση της παραδοσιακής αριστερής τρομοκρατίας συνοδεύτηκε από την άνοδο του ισλαμιστικού εξτρεμισμού, με τον οποίο, όπως υποστηρίζει, τμήματα της ριζοσπαστικής αριστεράς διατηρούν πολιτική ανοχή ή ιδεολογική συγγένεια απέναντι σε οργανώσεις όπως η Χαμάς, η Χεζμπολάχ και η Ισλαμική Τζιχάντ, επειδή τις αντιμετωπίζουν ως αντιστασιακές δυνάμεις απέναντι στη Δύση και στο Ισραήλ.
Η αρθρογράφος της Athens Voice υποστηρίζει ακόμη ότι, παρά τις διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, οι διάφορες μορφές εξτρεμισμού παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά, όπως η απόλυτη διάκριση μεταξύ καλού και κακού, η πίστη ότι μόνο η βία μπορεί να επιφέρει ουσιαστική αλλαγή, η εξιδανίκευση της προσωπικής θυσίας και η απαξίωση των δημοκρατικών θεσμών. Όπως επισημαίνει, οι διαφορετικές τρομοκρατικές οργανώσεις μπορεί να διαφωνούν ως προς τους στόχους τους, όμως μοιράζονται αντίστοιχες λογικές πολιτικής δράσης.
Δημοκρατία και κράτος - Η πρόκληση της νομιμότητας
Στο άρθρο της, η Σώτη Τριανταφύλλου εκφράζει την άποψη ότι στις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες τα όρια της νομιμότητας έχουν διευρυνθεί σημαντικά. Αν και οργανώσεις όπως η 17 Νοέμβρη ή οι Ερυθρές Ταξιαρχίες έχουν πλέον εκλείψει, θεωρεί ότι νέες μορφές βίαιου εξτρεμισμού, όπως οι ομάδες του μαύρου μπλοκ, εξακολουθούν να δραστηριοποιούνται στις μεγάλες κινητοποιήσεις, προκαλώντας επεισόδια, βανδαλισμούς και συγκρούσεις με τις αστυνομικές δυνάμεις.
Παράλληλα, υποστηρίζει ότι οι κρατικές αρχές βρίσκονται συχνά σε θέση απολογίας εξαιτίας των καταγγελιών περί αστυνομικής βίας, ενώ η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται περισσότερο στην κρατική αντίδραση παρά στις ίδιες τις παράνομες ενέργειες. Κατά την άποψή της, η μεγάλη δημοσιότητα που λαμβάνουν οι ακραίες μορφές ακτιβισμού ενισχύει δυσανάλογα την πολιτική και κοινωνική τους παρουσία.
Η ελληνική περίπτωση και ο κίνδυνος της αποσταθεροποίησης
Αναφερόμενη στην Ελλάδα, η Σώτη Τριανταφύλλου υποστηρίζει ότι η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς και η περιορισμένη κοινωνική συναίνεση δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη μηδενιστικών αντιλήψεων, οι οποίες, όπως σημειώνει, υπερβαίνουν την κριτική στις αδυναμίες του κράτους και οδηγούν στην αμφισβήτηση της ίδιας της οργανωμένης πολιτείας.
Η γνωστή συγγραφέας εκτιμά ακόμη ότι η άκρα αριστερά διαθέτει αυξημένη επιρροή σε συγκεκριμένους κοινωνικούς χώρους, ενώ υποστηρίζει ότι προωθεί πρακτικές που ευνοούν τον αντισημιτισμό, την ανοχή στον ισλαμισμό και τη βία. Καταλήγοντας, εκφράζει την άποψη ότι, ενώ η άκρα δεξιά αντιμετωπίζεται συνήθως με πολιτική απομόνωση, η διαφορετική αντιμετώπιση της άκρας αριστεράς ενδέχεται να ενισχύσει την πολιτική πόλωση, να ευνοήσει την άνοδο ακραίων πολιτικών δυνάμεων και να αποδυναμώσει την ικανότητα του κράτους δικαίου να προστατεύει αποτελεσματικά τους πολίτες.