Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκαλούν έντονη ανησυχία για το μέλλον της γηραιάς ηπείρου.

Το 2024 γεννήθηκαν 3,55 εκατομμύρια παιδιά στην ΕΕ, που αντιστοιχεί σε ακαθάριστο ποσοστό γεννήσεων (ο αριθμός των ζώντων γεννήσεων ανά 1.000 άτομα) 7,9%.

Για λόγους σύγκρισης, το ακαθάριστο ποσοστό γεννήσεων στην ΕΕ ήταν 10,5% το 2000, 12,8% το 1985 και 16,4% το 1970. Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκαλούν έντονη ανησυχία για το μέλλον της γηραιάς ηπείρου, η οποία δεν μοιάζει να μπορεί να αντιμετωπίσει ένα σημαντικό πρόβλημα που απειλεί την ίδια την ύπαρξή της, την υπογεννητικότητα.

Επί της ουσίας, σχεδόν δύο φορές λιγότερα παιδιά γεννήθηκαν στην ΕΕ το 2024 σε σχέση με έξι δεκαετίες πριν! Μεταξύ των χωρών της ΕΕ, η Βουλγαρία ανέφερε το υψηλότερο συνολικό ποσοστό γονιμότητας το 2024, με 1,72 γεννήσεις ζώντων παιδιών ανά γυναίκα, ακολουθούμενη από τη Γαλλία (1,61) και τη Σλοβενία (1,52).

Αντίθετα, τα χαμηλότερα συνολικά ποσοστά γονιμότητας το 2024 καταγράφηκαν στη Μάλτα (1,01 γεννήσεις ζώντων παιδιών ανά γυναίκα), την Ισπανία (1,10) και τη Λιθουανία (1,11).

Στην πλειονότητα των χωρών της ΕΕ, το συνολικό ποσοστό γονιμότητας μειώθηκε σημαντικά μεταξύ 1980 και 2000-2003: μέχρι το 2000, οι τιμές είχαν πέσει κάτω από 1,30 στη Βουλγαρία, την Τσεχία, την Ελλάδα, την Ισπανία, την Ιταλία, τη Λετονία και τη Σλοβενία.

Αφού έφτασε σε χαμηλό σημείο μεταξύ 2000 και 2003, το συνολικό ποσοστό γονιμότητας αυξήθηκε σε πολλές από τις χώρες της ΕΕ και μέχρι το 2024 όλες εκτός από την Εσθονία, την Ελλάδα, την Ισπανία, την Ιταλία, τη Λετονία, τη Λιθουανία, το Λουξεμβούργο, τη Μάλτα, την Πολωνία και τη Φινλανδία ανέφεραν συνολικά ποσοστά γονιμότητας άνω του 1,30. Στην Ελλάδα, από 2,4 το 1970 το ποσοστό μειώθηκε σε μόλις 1,24 το 2024.

Η μέση ηλικία των γυναικών κατά τον τοκετό στην ΕΕ συνέχισε να αυξάνεται μεταξύ 2001 και 2024, από μέσο όρο 29,0 σε 31,3 έτη. Η ίδια τάση παρατηρείται και για τη μέση ηλικία των γυναικών κατά τη γέννηση του πρώτου παιδιού κατά την ίδια περίοδο, από τιμή 28,8 στην ΕΕ το 2013 (το πρώτο έτος για το οποίο είναι διαθέσιμη η τιμή της ΕΕ) σε τιμή 29,9 το 2024.

Η Ελλάδα μαζί με την Ισπανία, την Ιταλία, το Λουξεμβούργο, την Αυστρία και τη Φινλανδία κατέγραψαν υψηλότερη από τον μέσο όρο μέση ηλικία των γυναικών κατά τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού, αλλά χαμηλότερο συνολικό ποσοστό γονιμότητας από τον μέσο όρο της ΕΕ το 2024. Δηλαδή οι Ελληνίδες αποκτούν παιδί σε συνεχώς μεγαλύτερη ηλικία, ενώ περιορίζουν τον αριθμό παιδιών.

Πρωτότοκα τα μισά

Σχεδόν τα μισά (46,6%) των παιδιών που γεννήθηκαν στην ΕΕ το 2024 ήταν πρωτότοκα με την Ελλάδα να μην αποτελεί παραφωνία: το 48,1% ήταν πρώτο παιδί, το 36,8% δεύτερο, το 22% τρίτο και το 4,1% τέταρτο. Από τον συνολικό αριθμό γεννών το 16% έγινε από μητέρες που δεν είναι γεννημένες στην Ελλάδα!

Το 2024 η υπογεννητικότητα στην Ελλάδα έφτασε σε ιστορικό ναδίρ. Κατά την ΕΛΣΤΑΤ, οι γεννήσεις έπεσαν για πρώτη φορά κάτω από τις 70.000 (συγκεκριμένα 68.467, σύμφωνα με στοιχεία ληξιαρχείων), ενώ οι θάνατοι ξεπέρασαν τους 125.000. Αυτή η «δημογραφική κατάρρευση» δημιουργεί ένα τεράστιο αρνητικό ισοζύγιο (πληθυσμιακή απώλεια αντίστοιχη μιας πόλης), με την τάση να συνεχίζεται το 2025.

Το δυστύχημα για τη χώρα και τον πληθυσμό της είναι ότι αυτό δεν συνέβη για πρώτη φορά. Το ισοζύγιο γεννήσεων-θανάτων παραμένει αρνητικό ουσιαστικά από τότε που ξέσπασε η οικονομική κρίση, ενώ από το 2020 και μετά καταγράφεται το μεγαλύτερο άνοιγμα της ψαλίδας: κάθε χρόνο, ο πληθυσμός μειώνεται από 56.000 έως 64.000 άτομα. Στις 64.000 φτάνει ο πληθυσμός της Χαλκίδας και στις 56.000 ο πληθυσμός του Αγρινίου με βάση τα επίσημα στοιχεία της απογραφής πληθυσμού.

Το 2024 ήταν χρονιά μείωσης και των γάμων και των συμφώνων συμβίωσης: οι μεν γάμοι μειώθηκαν από 40.351 σε 36.649, τα δε σύμφωνα συμβίωσης από 15.069 σε 14.486. Τα διαζύγια, από την άλλη, αυξήθηκαν στον μεγαλύτερο αριθμό των τελευταίων ετών με 15.532 καταχωρίσεις. Στη συντριπτική πλειοψηφία τους (12.805) ήταν συναινετικά, ενώ 1.886 κατ’ αντιδικία.