Ο Αλέξης Τσίπρας δεν έχει ζητήσει ούτε μία συγνώμη για «την πιο κακοστημένη σκευωρία από συστάσεως του ελληνικού κράτους», όπως τη χαρακτήρισε ο Ευάγγελος Βενιζέλος.
Εχουν περάσει οκτώ χρόνια από την ημέρα που ο τότε ο αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης Δ. Παπαγγελόπουλος ανέβηκε στο βήμα της Βουλής και ενημέρωσε την ελληνική κοινωνία για «το μεγαλύτερο σκάνδαλο από συστάσεως του ελληνικού κράτους», την υπόθεση Novartis.
Η τότε κυβερνητική πλειοψηφία των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ υπό τον Αλέξη Τσίπρα οδήγησε στη Δικαιοσύνη δέκα πολιτικούς της αντιπάλους. Η υπόθεση κατέληξε σε πλήρη κατάρρευση συνιστώντας, στην ουσία, «την πιο κακοστημένη σκευωρία από συστάσεως του ελληνικού κράτους», όπως τη χαρακτήρισε αργότερα ο Ευάγγελος Βενιζέλος. Από το βήμα της Βουλής, στις 21 Φεβρουαρίου 2018, ο πρώην πρωθυπουργός Παναγιώτης Πικραμμένος, συναισθηματικά φορτισμένος κατά την ομιλία του προς το σώμα, υπερασπιζόμενος την υπόληψή του δήλωσε ότι επρόκειτο για μία από τις πιο μελανές πολιτικές στιγμές από τη μεταπολίτευση και έπειτα.
Η ειρωνεία είναι ότι κανείς από όσους συνετέλεσαν στο στήσιμο και στην εκτέλεση της σκευωρίας δεν τιμωρήθηκε εκτός από τον ίδιον τον Δ. Παπαγγελόπουλο με πρόστιμο 10.000 ευρώ για παράβαση καθήκοντος, το 2023. Οι κουκουλοφόροι μάρτυρες αναγκάστηκαν από τη Δικαιοσύνη να βγάλουν τις κουκούλες, ενώ ο άνθρωπος που φέρεται ως ο ενορχηστρωτής όλης αυτής της σταλινικής έμπνευσης μεθόδου εξολόθρευσης των αντιπάλων, ο Α. Τσίπρας, κάποια στιγμή είπε ένα «εντάξει, έγιναν και λάθη», αναφερόμενος στην υπόθεση Novartis.
Και το πλέον ειρωνικό όλων είναι το γεγονός ότι η υπόθεση των κατηγοριών εναντίον των δέκα πολιτικών προσώπων πήγε στο αρχείο, χωρίς κανείς να μάθει τι ακριβώς είχε γίνει. Το πρόβλημα, όμως, παραμένει. Ο άνθρωπος που τώρα επέστρεψε διεκδικώντας να ξανακυβερνήσει, έχει κατατάξει την υπόθεση Novartis σε πολύ υψηλή θέση ανάμεσα σε όλα όσα θα ήθελε να ξεχάσει.
Η σκευωρία κατά των πολιτικών προσώπων χτίστηκε πάνω σε ένα υπαρκτό σκάνδαλο, στο οποίο αναμείχθηκε ένας μεγάλος αριθμός γιατρών διαφόρων ειδικοτήτων. Οι γιατροί αυτοί που, όπως διαπιστώθηκε από τις έρευνες, εισέπρατταν διάφορα ποσά ή ήταν αποδέκτες υλικών παροχών εκ μέρους της πολυεθνικής Novartis προκειμένου να συνταγογραφούν (ή και να υπερσυνταγογραφούν) φάρμακά της, παρέμειναν στο απυρόβλητο.
Μιλάμε για περίπου 4.500 γιατρούς. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και ενώ η υπόθεση ήταν εν εξελίξει δεν κινήθηκε εναντίον τους με το σκεπτικό ότι «θα κατέρρεε το ΕΣΥ». Η ουσία είναι ότι η απόλυτη προτεραιότητά της ήταν η εξόντωση –αρχικά διά της σπίλωσης– των πολιτικών της αντιπάλων. Μην ξεχνάμε ότι αν η υπόθεση εξελισσόταν ευνοϊκά για τον ΣΥΡΙΖΑ, ο Α. Τσίπρας θα το εκμεταλλευόταν πολιτικά καθώς είχε σχεδιάσει να κάνει εκλογές το καλοκαίρι του 2018, όπως είχε εκμυστηρευτεί στον πρωθυπουργό της Βόρειας Μακεδονίας, Ζόραν Ζάεφ, αλλά τον πρόλαβε η τραγωδία στο Μάτι.
Η ελληνική κοινωνία είναι απολύτως πεισμένη ότι δεν επρόκειτο για σκάνδαλο με την εμπλοκή των πολιτικών προσώπων-αντιπάλων του Α. Τσίπρα. Χρόνια μετά ξέρουμε ότι στην πραγματικότητα ήταν ένα μεγάλο fake με υπογραφή. Μια κατασκευή που στήθηκε από την τότε κοινοβουλευτική πλειοψηφία με σκοπό να καθίσει δέκα πολιτικούς αντιπάλους στο σκαμνί, πιστεύοντας ότι έτσι θα αλλοίωνε τους πολιτικούς συσχετισμούς και θα επηρέαζε το εκλογικό αποτέλεσμα.
Οι δύο βασικοί «προστατευόμενοι μάρτυρες» –ο Φιλίστωρ Δεστεμπασίδης και η Μαρία Μαραγγέλη, γνωστοί με τα ψευδώνυμα «Μάξιμος Σαράφης» και «Αικατερίνη Κελέση»– καταδικάστηκαν τελικά σε δεύτερο βαθμό για ψευδή κατάθεση, αφού αποδείχθηκε ότι είχαν μοιραστεί 56 εκατομμύρια ευρώ ως αμοιβή για τον ρόλο που έπαιξαν. Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Φρουζής, πρώην ισχυρός άνδρας της Novartis στην Ελλάδα, κατέθεσε ότι εισαγγελέας προσπάθησε ανοιχτά να τον εκβιάσει με σκοπό να κατονομάσει πολιτικούς.
Η Novartis δεν ήταν σκάνδαλο. Ηταν επιχείρηση κατά του πολιτεύματος. Ο Βαγγέλης Βενιζέλος είχε πει κατά τη διάρκεια της δίκης ότι ήταν «θεσμική συνωμοσία κατά της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου» – μια οργανωμένη επιχείρηση κατάλυσης της συνταγματικής τάξης, με τρία ταυτόχρονα μέτωπα.
Πρώτο μέτωπο, η χειραγώγηση της Δικαιοσύνης. Δεν μιλάμε για ένα μεμονωμένο περιστατικό αλλά για συστηματικό εκβιασμό μάρτυρα προκειμένου να κατονομάσει συγκεκριμένα πρόσωπα με σκοπό την προφυλάκιση.
Δεύτερο μέτωπο, η παράλληλη χειραγώγηση του Τύπου με τη διαπόμπευση εννέα πολιτικών προσώπων και του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, με τρόπο συγχρονισμένο ώστε να παραχθεί μέγιστη πολιτική ζημιά πριν καν η υπόθεση πάει στο δικαστήριο.
Τρίτο μέτωπο, η ίδια η διαπόμπευση της 21ης Φεβρουαρίου 2018 στη Βουλή. Δέκα πρόσωπα αναγκάστηκαν να απολογηθούν δημόσια για κατηγορίες που αποδείχθηκαν ανυπόστατες. Κάτι που έμοιαζε με δημόσια εκτέλεση μετά από διαπόμπευση σε ολοκληρωτικό καθεστώς, οργανωμένη από την τότε κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Μία από τις σπουδαιότερες κατακτήσεις του νομικού πολιτισμού, το τεκμήριο της αθωότητας, είχε αναχθεί σε απλό διακοσμητικό στοιχείο.
Ο Α. Τσίπρας δεν ζήτησε ποτέ συγγνώμη για τη σκευωρία αυτή καθαυτή. Στο βιβλίο του παραδέχτηκε μόνο με κάτι σκόρπια μισόλογα –«έγιναν λάθη»– και μια έμμεση συγγνώμη για τον τρόπο που η κυβέρνησή του μεταχειρίστηκε πολιτικά τα θύματα της σκευωρίας.
Τίποτε περισσότερο, ούτε για την απόπειρα χειραγώγησης της Δικαιοσύνης ούτε και για την καταπάτηση θεμελιωδών αρχών (τεκμήριο αθωότητας, δικαίωμα υπεράσπισης, διάκριση εξουσιών). Προφανώς, επιδιώκει να πείσει ότι τόσο η πολιτική μνήμη όσο και ο σεβασμός θεμελιωδών συνταγματικών λειτουργιών είναι… προαιρετική υπόθεση.